το είδωλό μου
Είχα διαβάσει ότι στη φυλακή τελικά χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Όμως αυτό δεν είχε και τόση σημασία για μένα. Δεν είχα διαπιστώσει πόσο οι μέρες μπορούσαν να 'ναι μεγάλες και συνάμα μικρές. Μεγάλες για να τις ζεις, σίγουρα, όμως τόσο παρατραβηγμένες που στο τέλος δεν ξέρεις πού τελειώνει η μια και πού αρχίζει η άλλη. Στη φυλακή, έχαναν τ' όνομά τους. Οι λέξεις «χθες» ή «αύριο» ήταν οι μοναδικές που εξακολουθούσαν να 'χουν κάποιο νόημα.
Όταν μια μέρα ο φύλακας μου είπε ότι ήμουν μέσα πέντε μήνες, το πίστεψα μα δεν το συνειδητοποίησα. Για μένα η ίδια μέρα κυλούσε μες στο κελί μου αδιάκοπα, κι έκανα συνεχώς την ίδια δουλειά. Έτσι, μόλις έφυγε ο φύλακας, κοιτάχτηκα στη σιδερένια καραβάνα μου. Μου φάνηκε ότι το είδωλό μου έμενε σοβαρό ακόμα κι όταν προσπαθούσα να του χαμογελάσω. Κούνησα την καραβάνα πέρα δώθε μπροστά στο πρόσωπό μου. Χαμογέλασα, κι εκείνο εξακολουθούσε να έχει το ίδιο σοβαρό και θλιμμένο ύφος. Η μέρα ξεψυχούσε και ήταν που γι' αυτή δε θέλω να μιλώ, η ώρα δίχως όνομα, όπου οι βραδινοί θόρυβοι ανέβαιναν απ' όλα τα πατώματα της φυλακής με συνοδεία σιωπής. Πλησίασα στο φεγγίτη, κι εκεί, στο στερνό φως της μέρας, περιεργάστηκα γι' άλλη μια φορά το είδωλό μου. Συνέχιζε να είναι σοβαρό, κι άλλωστε τι το περίεργο, αφού εκείνη τη στιγμή ήμουν κι εγώ σοβαρός; Ταυτόχρονα όμως, και για πρώτη φορά μετά από μήνες, άκουσα ευδιάκριτα τον ήχο της φωνής μου. Την αναγνώρισα γιατί ήταν η ίδια που αντηχούσε εδώ και πολλές κιόλας μέρες σ' αυτιά μου και συνειδητοποίησα ότι όλον αυτό τον καιρό μονολογούσα.
[Αλμπέρ Καμύ, Ο Ξένος, σελ. 90-91, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1998]
