Ἀπόμειναν οἱ μικρὲς συγκινήσεις. Ἕνα ἀεράκι σὲ ἕνα ἤρεμο μέρος τῆς ἐξοχῆς μοιάζει νὰ μοῦ ἀναστατώνει τὴν ψυχή. Ἕνας μακρινὸς ἀπόηχος ἀπὸ τὴ μουσικὴ τῆς φιλαρμονικῆς τοῦ χωριοῦ μὲ κάνει νὰ ἀναπολῶ ἤχους ποὺ ὑπερβαίνουν σὲ λαμπρότητα ὅλες τὶς συμφωνίες. Μπρὸς σὲ μιὰ γριούλα στὸ κατώφλι μιᾶς πόρτας λιώνω ὁλόκληρος ἀπὸ καλοσύνη. Ἕνα βρόμικο παιδί, ποὺ στέκεται μπροστά μου, μὲ κάνει νὰ ἀκτινοβολῶ. Ἀπολαμβάνω τὸ θέαμα ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ κουρνιάζει στὸ σύρμα, εἴκοσι βήματα ἀπὸ μένα, σὰν κάτι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια.
[Fernando Pessoa, Ἡ Παιδεία τοῦ Στωίκου, σελ. 35-36, μτφρ. Νίκος Πρατσίνης, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2022]
