Χειρόγραφο ποὺ βρέθηκε σὲ ἕνα συρτάρι
Γιὰ νὰ μὴν ἀφήσω τὸ βιβλίο πάνω στὸ τραπέζι τοῦ δωματίου μου, ὅπου θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ περιεργαστοῦν τὰ ὑπόπτου καθαριότητας χέρια τοῦ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ξενοδοχείου, ἄνοιξα μὲ κάποια προσπάθεια τὸ συρτάρι, καὶ τὸ ἔβαλα ἐκεῖ, σπρώχνοντάς το πρὸς τὰ πίσω. Χτύπησε πάνω σὲ κάτι, καθὼς τὸ συρτάρι δὲν ἦταν ἐντελῶς ἀνάβαθο.
–––––
Ἔπεσε πάνω μας ἡ πιὸ βαθιὰ καὶ ἡ πιὸ θανάσιμη ἀπελπισία ὅλων τῶν αἰώνων –– ἐκείνη τῆς ἐνδόμυχης γνώσης τῆς κενότητας ὅλων τῶν προσπαθειῶν καὶ τῆς ματαιότητας ὅλων τῶν στόχων.
* * *
Ἔφτασα στὸν κορεσμὸ τοῦ τίποτα, στὴν πληρότητα τοῦ κανενὸς πράγματος. Αὐτὸ ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήσει στὴν αὐτοκτονία εἶναι μιὰ παρόρμηση ὅμοια μ᾽ ἐκείνη ποὺ σὲ κάνει νὰ πᾶς νὰ πλαγιάσεις νωρίς. Ὅλες οἱ προθέσεις μοῦ φέρνουν ἐνδόμυχα νύστα.
Τίποτα δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μεταμορφώσει τὴ ζωή μου. Ἄν... ἄν... Ναί, ἀλλὰ ἀφοῦ εἶναι πάντα κάτι ποὺ ποτὲ δὲν συνέβη, καὶ ἀφοῦ δὲν συνέβη, πρὸς τί οἱ ὑποθέσεις γιὰ τὸ τί θὰ ἦταν ἂν εἶχε συμβεῖ;
* * *
Νιώθω κοντινό, γιατὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος τὸ θέλω κοντινό, τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου. Τὶς δυὸ τελευταῖες μέρες ἀφιέρωσα τὸν χρόνο μου καίγοντας, ἕνα πρὸς ἕνα ––καὶ αὐτὸ πῆρε δυὸ μέρες, γιατὶ τὰ πιὸ πολλὰ τὰ ξαναδιάβασα––, ὅλα μου τὰ χειρόγραφα, τὶς σημειώσεις γιὰ τὶς νεκρές μου σκέψεις, τὰ σημειώματα, ὁλοκληρωμένα ἀποσπάσματα μερικὲς φορές, γιὰ τὰ ἔργα ποὺ ποτὲ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γράψω. Ἔκανα δίχως δισταγμό, ἂν καὶ μὲ μιὰ παρατεταμένη αἴσθηση πικρίας, αὐτὴ τὴ θυσία, μὲ τὴν ὁποία θέλησα νὰ ἀποχαιρετήσω, σὰν νὰ ἔκαιγα μιὰ γέφυρα, τὴν ὄχθη τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ὁποία ξεμακρύνω. Εἶμαι ἀπελευθερωμένος καὶ ἀποφασισμένος. Θὰ σκοτωθῶ, θὰ σκοτωθῶ τώρα. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἀφήσω, τουλάχιστον, μὲ ὅση ἀκριβολογία θὰ μπορέσω νὰ τὸ κάνω, ἕνα πνευματικὸ ὑπόμνημα τῆς ζωῆς μου, ἕνα ἐσωτερικὸ πορτρέτο αὐτοῦ ποὺ ἤμουν. Ἐπιθυμῶ, ἀφοῦ δὲν μπόρεσα νὰ ἀφήσω πίσω μου μιὰ σειρὰ ἀπὸ ὡραῖα ψέματα, νὰ ἀφήσω τὴ λίγη ἐκείνη ἀλήθεια τὴν ὁποία τὸ ψέμα ὅλων τῶν πραγμάτων μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέτουμε πὼς μποροῦμε νὰ ποῦμε.
Θὰ εἶναι αὐτὸ τὸ μοναδικό μου χειρόγραφο. Τὸ ἀφήνω κληρονομιά, ὄχι, ὅπως ὁ Βάκων, στὶς φιλεύσπλαχνες ἀντιλήψεις τῶν ἑπόμενων γενεῶν, ἀλλά, ἀνυπερθέτως, στὸν στοχασμὸ ἐκείνων τοὺς ὁποίους τὸ μέλλον θὰ καταστήσει ὅμοιούς μου.
Κατακτῶ, διαρρηγνύοντας ὅλους τοὺς δεσμούς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἔσχατο, ἀνάμεσα σ᾽ ἐμένα καὶ τὴ ζωή, τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς στὸ νὰ αἰσθάνεται, καὶ ἐκείνη τῆς ἀντίληψης στὸ νὰ κατανοεῖ, οἱ ὁποῖες μοῦ δίνουν τὴ δύναμη τῶν λέξεων, ὄχι γιὰ νὰ πραγματοποιήσω τὸ ἔργο ποὺ ποτὲ δὲν θα μποροῦσα νὰ πραγματοποιήσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ πῶ ἂν μή τι ἄλλο μὲ ἁπλότητα τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν τὸ πραγματοποίησα.
Τοῦτες οἱ σελίδες δὲν εἶναι ἡ ἐξομολόγησή μου ἀλλὰ ὁ ὁρισμός μου. Νιώθω, καθὼς ἀρχίζω νὰ τὶς γράφω, πὼς θὰ μπορέσω νὰ τὶς γράψω μὲ κάποια ἀλήθεια.
* * *
Ὡς πρὸς τοῦτο, ὁ αὐτόχειρας ὑπῆρξε ἐκ τῶν προτέρων ἄδικος. Οἱ ἀναφορὲς τῶν ἐφημερίδων εἶναι ἀπολύτως ἐγκωμιαστικές. Ἔτσι ὁ τοπικὸς ἀνταποκριτὴς τῆς Diário de Notícias μεταφέρει μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια στὴν ἐφημερίδα του τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου: «Αὐτοκτόνησε χτὲς στὴν Οἰκία του στὴ Μασιέιρα ὁ κ. Ἄλβαρο Κοέλιο ντὲ Ἀταΐντε, 14ος Βαρόνος ντὲ Τέιβε, ἐκ τῶν πλέον διακεκριμένων οἰκογενειῶν αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας. Τὸ θλιβερὸ τέλος τοῦ κ. Βαρόνου ντὲ Τέιβε προξένησε μεγάλη συντριβή, καθὼς ὁ ἀποβιώσας ἔχαιρε στὰ μέρη αὐτὰ ἀπέραντης ἐκτίμησης λόγω τῶν ἀρετῶν τοῦ χαρακτήρα του».
Ἀγροικία τῆς Μασιέιρα
12 Ἰουλίου 1920
[Fernando Pessoa, Ἡ Παιδεία τοῦ Στωίκου, σελ. 23-28, μτφρ. Νίκος Πρατσίνης, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2022]
