...καὶ τώρα βλέπω μπροστά μου, σὰν νά ᾽ταν μεσημέρι, τοὺς δυό τους νὰ ἔρχονται πρὸς τὸ μέρος μου, ἕναν νέο ἄντρα μὲ καστανὰ μαλλιὰ μεσαίου μήκους καὶ μιὰ νέα γυναίκα μὲ σκοῦρα μακριὰ μαλλιά, βγαίνουν σὰν κομμένες φιγοῦρες ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι, σὰν νὰ ἔχουν ἕνα φῶς, ποὺ τοὺς κόβει μέσ᾽ ἀπὸ τὸ σκοτάδι, σὰν λουσμένοι στὸ φῶς προχωρᾶνε ἴσια μπροστά μου, καὶ τὰ πρόσωπά τους εἶναι ἤρεμα καὶ γαλήνια, καὶ κρατιοῦνται ἀπὸ τὸ χέρι, καὶ εἶναι οἱ δυό τους ἕνα, σὰν ἕνα πλάσμα, ἔτσι ὅπως περπατᾶνε καὶ δὲν παίρνουν εἴδηση οὔτε ἐμένα οὔτε τὸ ἁμάξι μου, εἶναι τόσο δοσμένοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, εἶναι ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλο, εἶναι παρόντες ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, στὸν ἴδιο κόσμο, καὶ προσπερνᾶνε τὸ ἁμάξι κι ἐγὼ γυρίζω πρὸς τὸ μέρος τους στὸ σκοτάδι καὶ βλέπω πεντακάθαρα τὰ καστανά του μαλλιὰ μεσαίου μήκους καὶ βλέπω καὶ τὰ σκοῦρα της μακριὰ μαλλιά, ποὺ πέφτουν στὴν πλάτη της μέχρι τὴ μέση, καὶ τοὺς βλέπω νὰ ἐξαφανίζονται σιγὰ σιγὰ στὸ σκοτάδι καὶ νὰ χάνονται...
[Jon Fosse, Τὸ ἄλλο ὄνομα / Ἑπταλογία I-II, σελ. 77-78, μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2022 ]
