...καὶ μὲ πιάνει μιὰ μελαγχολία, μιὰ θλίψη, ναί, θλίψη ποὺ μὲ πλημμυρίζει, ἀπὸ τὸ πουθενά, ἀπὸ παντοῦ, καὶ νιώθω σὰν ἡ θλίψη νὰ μὲ πνίγει, σὰν νὰ εἰσπνέω τὴ θλίψη καὶ νὰ μὴν μπορῶ νὰ τὴ βγάλω μὲ τὴν ἀνάσα μου καὶ σταυρώνω τὰ χέρια καὶ παίρνω βαθιὰ εἰσπνοή, καὶ λέω ἀπὸ μέσα μου Κύριε καὶ κάνω βαθιὰ ἐκπνοὴ ἀργὰ ἀργὰ καὶ λέω ἐλέησον καὶ ξαναπαίρνω βαθιὰ ἀνάσα καὶ λέω Χριστὲ καὶ μετὰ βαθιὰ ἐκπνοὴ ἀργὰ ἀργὰ καὶ λέω ἐλέησον, καὶ τὸ λέω ξανὰ καὶ ξανά, καὶ οἱ ἀνάσες καὶ τὰ λόγια μὲ βοηθᾶνε νὰ μὴ μὲ πλημμυρίσει θλίψη, τρόμος, ξαφνικὸς τρόμος, αὐτὴ ἡ θλίψη ποὺ μ᾽ ἔπιασε σὰν τρόμος τόσο ἀπότομα καὶ τώρα μ᾽ ἔχει κυριέψει κι ἔκανε αὐτὸ ποὺ εἶμαι μέσα μου ἕνα τοσοδούλι τίποτα, ἀλλὰ ἕνα τίποτα ποὺ καὶ πάλι ὑπάρχει, σταθερό, ἀμετακίνητο, καὶ φαίνεται ὅλο καὶ πιὸ καθαρὰ στὴν κίνησή του χωρὶς κίνηση, κι ἐγὼ παίρνω βαθιὰ εἰσπνοὴ καὶ λέω ἀπὸ μέσα μου Κύριε καὶ βγάζω τὸν ἀέρα ἀργὰ ἀργὰ καὶ λέω ἐλέησον, κι ἀνασαίνω ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὕπαρξής μου, καὶ προσπαθῶ ν᾽ ἀνασάνω ἀπ᾽ τὰ βάθη τῆς ὕπαρξής μου, καὶ παίρνω βαθιὰ εἰσπνοὴ καὶ λέω ἀπὸ μέσα μου Χριστὲ καὶ βγάζω τὸν ἀέρα ἀργὰ ἀργὰ και λέω ἐλέησον καὶ προσπαθῶ ν᾽ ἀνασάνω ἀπ᾽ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι παρὰ μόνο στὸ βάθος, ἀπὸ τὴν εἰκόνα ποὺ εἶναι ἐκεῖ καὶ ποὺ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πῶ τίποτα γι᾽ αὐτήν, προσπαθῶ ν᾽ ἀνασάνω ἀπ᾽ αὐτὸ ποὺ εἶμαι ἐγὼ μέσα μου, γιὰ νὰ κρατήσω μακριὰ τὴ θλίψη, ἢ τουλάχιστον νὰ τὴν μικρύνω, ἔτσι ποὺ νὰ μὴ μὲ κυριέψει ὁ τρόμος, γιὰ νὰ μὴ μὲ παραλύσει ὁ τρόμος, καὶ νιώθω ὅτι ἡ ξαφνικὴ θλίψη, ὁ ξαφνικὸς τρόμος ποὺ ξεχύνεται μέσα μου μικραίνει κι ἐγὼ μεγαλώνω...
[Jon Fosse, Τὸ ἄλλο ὄνομα / Ἑπταλογία I-II, σελ. 48-49, μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2022 ]
