Στις διάφορες αποστολές μου (κλοπές, ανιχνεύσεις, αποδράσεις) τα αντικείμενα ζωντάνευαν. Όταν σκεφτόμουν τη νύχτα, ήταν με κεφαλαίο Ν. Οι πέτρες, τα χαλίκια των δρόμων είχαν κάποιο νόημα μέσα απ' το οποίο έπρεπε να φανερώσω τον εαυτό μου. Τα δέντρα παραξενεύονταν που μ' έβλεπαν. Ο φόβος μου έφερε τ' όνομα του πανικού. Από κάθε πράγμα ελευθέρωνε το πνεύμα του, που μονάχα το δικό μου τρέμουλο περίμενε για να ταραχτεί κι αυτό με τη σειρά του. Ολόγυρά μου ο άψυχος κόσμος ριγούσε απαλά. Ακόμα και με τη βροχή μπορούσα να φλυαρήσω. Πολύ γρήγορα άρχισα να θεωρώ προνομιούχα αυτή τη συγκίνηση και να την προτιμώ από κείνο που ήταν το πρόσχημά της: ο φόβος και η πρόφαση αυτού του φόβου· μια κλοπή ή η διαφυγή μου μόλις αντίκριζα την αστυνομία. Η ίδια, ευνοημένη από τη νύχτα, ανησυχία τάραζε μετά από λίγο τις μέρες μου. Έτσι, λοιπόν, πλανιόμουν σ' ένα σύμπαν αινιγματικό, γιατί είχε χάσει το νόημα του πρακτικού. Κινδύνευα. Στην πραγματικότητα, δεν παρατηρούσα πια τ' αντικείμενα από τη σκοπιά του συνηθισμένου προορισμού τους, αλλά από κείνη της φιλικής ανησυχίας που μου πρόσφεραν.
[Jean Jenet, Το ημερολόγιο ενός κλέφτη, σελ. 159, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2019]
Ολόγυρά μου ο άψυχος κόσμος ριγούσε απαλά.
