Το να μιλήσω για τη δουλειά μου ως συγγραφέα θα ήταν πλεονασμός. Η πλήξη των ημερών που περνούσα στη φυλακή με οδήγησε να βρω καταφύγιο στην αλλοτινή μου ζωή, την πλανόβια, τη στυφή, την εξαθλιωμένη. Κι αργότερα, που ήμουν ελεύθερος, πάλι έγραφα για να κερδίζω χρήματα. Η ιδέα ενός λογοτεχνικού έργου θα μ' έκανε να σηκώσω αδιάφορα τους ώμους. Ωστόσο, αν κοιτάξω προσεκτικά αυτά που έγραφα τότε, θα διακρίνω σήμερα μια επιθυμία, που με ακολουθεί καρτερικά, ν' αποκαταστήσω πρόσωπα, πράγματα και συναισθήματα που κάποιοι τα λένε ποταπά. Τα ονομάτισα με λέξεις που συνήθως υποδηλώνουν κάτι το ευγενές, κι αυτό ήταν ίσως παιδιάστικο, εύκολο: βιαζόμουν πολύ. Χρησιμοποιούσα το πιο βολικό μέσο, αλλά δεν θα το είχα κάνει αυτό, αν μέσα μου τούτα τα πράγματα, τούτα τα αισθήματα (προδοσία, κλεψιά, δειλία, φόβος), δεν απαιτούσαν τον χαρακτηρισμό που εσείς προορίζετε συνήθως για τ' αντίθετά τους. Ίσως, κείνη τη στιγμή, στη ζέση του γραψίματος, να ήθελα να μεγαλύνω αισθήματα, συμπεριφορές και πράγματα που τιμούσε κάποιο θεσπέσιο αγόρι μπρος στην ομορφιά του οποίου υποκλινόμουν, σήμερα όμως που ξαναδιαβάζω τα γραφτά μου έχω ξεχάσει κείνα τ' αγόρια· το μόνο που απομένει είναι το χάρισμα που ύμνησα, κι αυτό ακριβώς θα φεγγοβολά στα βιβλία μου με μια λάμψη τόσο δυνατή όσο η περηφάνια, ο ηρωισμός, η τόλμη. Δεν γύρεψα δικαιολογίες. Μήτε και υπεράσπιση. Θέλησα απλώς να έχουν κι αυτά το δικαίωμα στη δόξα των Λέξεων.
[Jean Jenet, Το ημερολόγιο ενός κλέφτη, σελ. 135-136, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2019]
...γιατί εγώ αρνούμαι να ζήσω για οποιονδήποτε άλλο σκοπό πέρα από κείνον που κατάλαβα πως εμπεριέχει την πρώτη δυστυχία: πως η ζωή μου πρέπει να 'ναι ένα συναξάρι, μ' άλλα λόγια κάτι που διαβάζεται, και τούτο το ανάγνωσμα να προκαλέσει μια καινούργια συγκίνηση που την ονομάζω ποίηση. Δεν είμαι πια τίποτα, ένα πρόσχημα μόνο.
σ. 149
