Το έργο του Ηράκλειτου δεν μας είναι γνωστό παρά μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων· από πολύ νωρίς ήδη, ο φιλόσοφος περιβλήθηκε τη φήμη του εξαιρετικά δυσνόητου, σε σημείο που να επονομαστεί Σκοτεινός. Η ασάφεια αυτή οφείλεται ίσως στο γεγονός πως το βιβλίο του γράφτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήματα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέφυγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορισμένο αριθμό μυημένων· ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός «Δήλιου κολυμβητή». Ο Ηράκλειτος λοιπόν καταγράφηκε στην ιστορία ως «αινιγματοπλόκος»· ίσως, όμως, αυτό να συνέβη κατά κάποιο τρόπο παρά τη θέλησή του. Στην πραγματικότητα, εμφανίζεται ως άγγελος ενός Λόγου που τον υπερβαίνει και του οποίου ο ίδιος δεν είναι παρά το σκεύος· έτσι λοιπόν η φωνή του, σαν της Σίβυλλας, για την οποία, άλλωστε, κάνει κι ο ίδιος λόγο, διέσχισε τους αιώνες, για να φθάσει ώς εμάς και να μας προσφέρει πολύ περισσότερα από απλά ευσύνοπτα φθέγματα, εξαντλούμενα σ' ένα μοναδικό νόημα και κατανοούμενα μια για πάντα. Τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου μιλούν, θα μπορούσαμε να πούμε, ατελεύτητα και ποτέ δεν θα πάψουν να μας μεταδίδουν νόημα: καμιά ερμηνευτική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τα εξαντλήσει, να τα διασαφηνίσει και να θέσει ένα οριστικό τέλος στο πρόβλημα της ερμηνείας τους· αυτός ο ίδιος βραχυλογικός τους χαρακτήρας πηγάζει από τον αγώνα της έκφρασης να καταστήσει μια θέση μεταξύ του «μηδενός» και του «όλου». Αποδευσμεύτηκε από τη σιωπή, αλλά μη μπορώντας να τα πει όλα, συνδέθηκε μ' ένα νόημα, ανεξάντλητο καθεαυτό, μέσα στις λέξεις του. Αυτός είναι ο λόγος που τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου δεν παύουν να μας μιλούν: είναι τα τεκμήρια της ίδιας της χρονικότητας, που δεν θα πάψουν συνεπώς ποτέ να αναπηδούν μέσα στον δικό μας χρόνο.
[Jean Brun, Οι Προσωκρατικοί, σελ. 36-37, μτφρ. Ανδρέα Τάκη, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα, 1992]
Αποδευσμεύτηκε από τη σιωπή, αλλά μη μπορώντας να τα πει όλα, συνδέθηκε μ' ένα νόημα, ανεξάντλητο καθεαυτό, μέσα στις λέξεις του.
