15-5-2025


Ο Λόγος



Πριν ασχοληθούμε με το βασικό πρόβλημα της θέσης που κατέχει ο Λόγος στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου, είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε όλες τις δυσκολίες που παρουσιάζει η μετάφραση –στα γαλλικά– αυτού του όρου.

   Η λέξη λόγος σημαίνει ταυτόχρονα: γλώσσα [language], λογική [raison], ομιλία [discours], επιχείρημα [argument], λέξη [parole]· εκτός όμως από το γεγονός ότι αυτές οι σημασίες είναι πολλαπλές, είναι ανίκανες να αποδώσουν την έννοια αυτήν καθαυτήν της λέξης Λόγος, που μπορεί μάλλον να σκιαγραφηθεί παρά να ορισθεί ακριβώς, γι' αυτό και εγκαταλείψαμε την προσπάθεια να τον μεταφράσουμε στα γαλλικά. Ωστόσο, από τη μετάφραση αυτού του όρου θα εξαρτηθεί όλος ο χρωματισμός που θα δώσουμε στη σκέψη του Ηράκλειτου. Έτσι, μεταφράζοντας το απόσπασμα 2: «Bien que la Raison soit universelle, la plupart vivent comme s'ils avaient une intelligence particulière»¹, ο Μ. Σολοβίν μοιάζει να θέλει να κάνει τον  Ηράκλειτο έναν φιλόσοφο θετικιστή που αντιπαραθέτει την παγκοσμιότητα της λογικής στην  υποκειμενική σκέψη και αφήνει να εννοηθεί ότι ο Λόγος διέπει ήδη τη μελλοντική σύσταση μιας λογικής. Δεν θα μπορούσε να γίνει σοβαρότερη παρερμηνεία της σκέψης του Ηράκλειτου. 

   Πώς πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε αυτόν τον Λόγο, για τον οποίον ο Ηράκλειτος μας λέει πολύ συχνά ότι κυβερνά τον κόσμο, ότι όλα τα πράγματα συμβαίνουν σύμφωνα με τον λόγο, με τον οποίο οι άνθρωποι είναι στενά συνδεδεμένοι αφού αυτός ανήκει στην ψυχή; Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς, όταν ο Ηράκλειτος διευκρινίζει επιβεβαιώνοντας ότι δεν θα μπορούσαμε να φθάσουμε στα πέρατα της ψυχής, γιατί κανένας δρόμος δεν θα μπορούσε να οδηγεί τόσο μακριά όσο ο λόγος που κρύβει η ψυχή. Παρόλα αυτά είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε την έννοια αυτής της λέξης, αφού ο φιλόσοφος θεωρεί τον εαυτό του απλό εκφραστή του Λόγου: «Αφού ακούσετε όχι εμένα αλλά τον Λόγο, είναι σοφό να ομολογήσετε πως τα πάντα είναι ένα» (απόσπ. 50). Η δυσκολία του εγχειρήματος έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ο Λόγος δηλώνει εν τέλει την έννοια και αυτό που οροθετεί. Πώς να προσδιορίσουμε αυτό που προσδιορίζει, πώς να δώσουμε μια σημασία σ' αυτό που δίνει σημασία, πώς να φθάσουμε σ' αυτό που είναι η αφετηρία; Το ίδιο το παν, μας λέει, είναι Λόγος και αιωνιότητα· κατά συνέπεια, όταν σκεφτόμαστε τον Λόγο, εμείς που ζούμε μέσα στον χρόνο, δεν μπορούμε παρά να έχουμε μια αποσπασματική ιδέα γι' αυτόν. Αλλά αφού μας περικλείει, στο μέτρο που ανήκει στην ψυχή ενώ κυβερνά το Σύμπαν, είναι ίσως εντελώς διαφορετικό πράγμα από μια αλήθεια που θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, πολύ περισσότερο από μια αλήθεια που θα μας ξεπερνούσε: είναι η Αλήθεια που περιέχει εμάς τους ίδιους. 

   Ο Χάιντεγκερ αφιέρωσε πολυάριθμες σελίδες² επιδιώκοντας να διευκρινίσει την έννοια της λέξης λόγος, αλλά η μετάφρασή τους συχνά απαιτεί κι αυτή «έναν καλό κολυμβητή από τη Δήλο». Τονίζει ότι η πρώτη έννοια του ρήματος λέγειν, απ' όπου προέρχεται ο λόγος, δεν είναι λέγω αλλά συλλέγω· λέγω είναι λοιπόν κατ' αρχήν, ουσιαστικά και υπαρξιακά, συλλέγω ό,τι είναι διάσπαρτο. Έτσι, όταν ο Λόγος μάς λέει, μέσω του Ηράκλειτου, ότι τα πάντα είναι εν, καταλαβαίνουμε ότι το Εν-Μοναδικό ενώνει περισυλλέγοντας και ο Χάιντεγκερ βρίσκει την αντίστοιχη της ελληνικής λέξης στα γερμανικά στη Sammlung [συλλογή]. Ο Χάιντεγκερ επιμένει στην ιδέα ότι ο ηρακλείτειος Λόγος δεν έχει καμμία σχέση με τον Λόγο του προλόγου του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, και τον οποίο μεταφράζουμε (στα γαλλικά) με Verbe ή Parole, όταν λέει: «'Εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος»: ο Λόγος του Ιωάννη, κατά τον Χαίντεγκερ, είναι η Λέξη (Parole) που έρχεται από τον Σταυρό, είναι ο Λόγος της αιώνιας ζωής και της Σωτηρίας του κόσμου· ενώ ο ηρακλείτειος Λόγος δεν είναι άλλος από τη Φύση, που είναι ό,τι εκδηλώνεται, η εμφάνιση του Είναι.

   Όσο αποκαλυπτικοί κι αν είναι οι ορισμοί του Χάιντεγκερ, και όσο δικαιολογημένη κι αν μοιάζει η κριτική του σε κάθε ταύτιση του ηρακλείτειου Λόγου με τον Λόγο του Ιωάννη, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες που αναπτύσσει είναι εντελώς απαλλαγμένες από τη φροντίδα να κατατάξει τον Ηράκλειτο ανάμεσα στους προδρόμους του. 

   Όποια κι αν είναι η απόσταση που χωρίζει τον Λόγο του Ηράκλειτου από τη Λέξη του Αγίου Ιωάννη, είναι το ίδιο αληθινό ότι ο Λόγος για τον οποίο μιλά ο έλληνας φιλόσοφος είναι μια Λέξη και ένα Ρήμα στο μέτρο που είναι αυτό που δίνει την Έννοια που οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να συλλάβουν στο απύθμενο βάθος της. Είναι Αυτός που μιλάει με το στόμα της Σίβυλλας, της οποίας η φωνή διασχίζει, χάρη σ' Αυτόν, χιλιετηρίδες (απόσπ. 92), και ερχόμενη από τα βάθη των αιώνων κομίζει στους ανθρώπους ένα σοβαρό μήνυμα που είναι ανίκανοι να κατανοήσουν πλήρως. Πράγματι, ο Ηράκλειτος μας το λέει: 


Ο άρχοντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει, αλλά μονάχα σημαίνει (απόσπ. 93).


Όμως οι άνθρωποι είναι σαν εξόριστοι. «Το ανθρώπινο ον δεν κατέχει την αληθινή γνώση, αλλά το θείο την κατέχει (απόσπ. 78)· «δεν ξέρουν ούτε να ακούσουν ούτε να μιλήσουν οι ίδιοι» (απόσπ. 19), «απουσιάζουν παρόντες, μοιάζουν με κουφούς» (απόσπ. 34). «Με όποιον πάνω απ' όλα αδιάκοπα συναναστρέφονται, τον λόγο που τα κυβερνάει όλα» (απόσπ. 72), παραδόξως «και όσα συναντούν κάθε μέρα τούς φαίνονται ξένα» (απόσπ. 72), «διότι τα φαντάζονται» (απόσπ. 17). Τα θεϊκά πράγματα ξεφεύγουν από τη γνώση των ανθρώπων εξαιτίας της δυσπιστίας τους σε ό,τι τους ξεπερνά (απόσπ. 86) και της ευπιστίας τους σε ό,τι τους αγγίζει. 

   Πρέπει να επιχειρήσουμε να ανακαλύψουμε τον δρόμο που οδηγεί στην ψυχή μας, όπου κρύβεται ο Λόγος· γι' αυτό πρέπει να ελπίζουμε σε μια πρόσβαση σε ό,τι ξεπερνά κάθε ελπίδα και παραμένει «ἀνεξευρεύνητον» και «ἄπορον» (απόσπ. 18). 

   Όμως το εγχείρημα είναι δύσκολο, διότι, «ενώ ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν μιαν ιδιαίτερη φρόνηση» (απόσπ. 2), στρέφουν πράγματι τα νώτα στο Εν για να συνδεθούν με το πολλαπλό που τους προορίζει σε κάθε στείρα διασπορά. 

   Έτσι ο Λόγος δεν είναι αυτό που ονομάζουμε, αλλά αυτό με το οποίο ονομάζουμε. Είναι ταυτόχρονα αυτό που βρίσκεται στην ίδια την καρδιά του ανθρώπου και αυτό που παραμένει γι' αυτόν βαθιά κρυμμένο, όσο είναι αληθινό ότι οι ρίζες μας ξεκινούν από αυτό που είμαστε για να διεισδύσουν σ' αυτό που δεν είμαστε. Το μυστικό είναι ένα μυστικό του ανθρώπου, δηλαδή ένα μυστικό του οποίου ο άνθρωπος είναι θεματοφύλακας, αλλά επίσης ένα μυστικό που τον αφορά και αναφέρεται σ' αυτόν. Το να ξεδιαλύνουμε τον χρησμό, του οποίου ο βασιλιάς είναι στους Δελφούς, δεν σημαίνει απλώς να αποκρυπτογραφήσουμε κάποια αλληγορία, σημαίνει να επιχειρήσουμε να αφουγκραστούμε αυτό που μας ανοίγει σ' αυτό από το οποίο προερχόμαστε. 

   Κατά συνέπεια, ο Λόγος δεν είναι η γλώσσα που μιλάμε, ούτε η παγκόσμια λογική που επεξεργάζεται ένα συνεκτικό σύστημα των φυσικών φαινομένων, ούτε ο κοινωνικός ή ηθικός νόμος. Ο Λόγος  είναι το Ρήμα, του οποίου ο δικός μας λόγος είναι η ηχώ, αλλά μια ηχώ με την οποία σμίγει η φωνή αυτού που επιδιώκει να ανακαλύψει αυτό που περικλείει η γλώσσα, το οποίο ξαναγεννιέται από την κάθε λέξη: το Ανέκφραστο, που γι' αυτό γεννιέται κάθε έκφραση. Ο Λόγος είναι η Έννοια σε αναζήτηση της οποίας παραμένουμε, αλλά είμαστε οι μεταφορείς της χωρίς να υπήρξαμε δημιουργοί της. 

   Ο Λόγος συνιστά λοιπόν μια υπερβατικότητα που είναι για εμάς, συγχρόνως και παραδόξως, εμμανής. Είναι πιθανό ότι ο πλατωνισμός οφείλει πολλά σ' αυτήν την ιδέα, διότι ο υπερβατικός-εμμανής Λόγος βρίσκεται εκεί προσωποποιημένος από τον δαίμονα που δίνει ζωή στον Σωκράτη, και στον οποίο αυτός αφουγκράζεται με μεγάλη προσοχή. Ο Λόγος που μας είναι εσώτερος μας καλεί να συμμετάσχουμε σε μια αιωνιότητα που μας υπερβαίνει, στην οποία βυθίζεται ο χρόνος που μας έχει δοθεί. Γι' αυτό η ηρακλείτεια θεωρία του λόγου, έτσι όπως τη συναντάμε στον Πλάτωνα, μπορεί να παραλληλισθεί με τη θεωρία περί Έρωτος που αναπτύσσεται στο Συμπόσιο. Όπως και ο Έρως, ο Λόγος είναι ένας μεσάζων μεταξύ ανθρώπων και θεών, μεταξύ θνητού και αθανάτου, μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας, βρίσκεται μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας, στο μέτρο που τον χειρίζονται οι άνθρωποι· αλλά είναι σοφία και αιωνιότητα στο μέτρο που αυτός απευθύνεται στους ανθρώπους. 

   Ο λόγος είναι τελικά αυτό που επικαλείται ο άνθρωπος και αυτό που τον ωθεί στο ξάφνιασμα που τον ανοίγει σ' αυτό από το οποίο προέρχεται. «Γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από έναν, τον θεϊκό» (απόσπ. 114). Με τον Λόγο ο άνθρωπος διαμελίζεται μεταξύ του ελλείποντος Είναι και της ύπαρξης που τον συνιστά. Γι' αυτό η μοίρα του είναι τραγική. 




1. «Ενώ όμως ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν μια ιδιαίτερη φρόνηση.»


2. Martin Heidegger, Λόγος, Μοίρα, Αλήθεια / Ηράκλειτος, Παρμενίδης, μτφρ. Ι. Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2009








[Jean Brun (επιμέλεια), Ηράκλειτος, σελ. 24-29, μτφρ. Σαπφώ Διαμαντή / Πολυτίμη Γκέκα, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2010]





Πώς να προσδιορίσουμε αυτό που προσδιορίζει, πώς να δώσουμε μια σημασία σ' αυτό που δίνει σημασία, πώς να φθάσουμε σ' αυτό που είναι η αφετηρία;

Ο ΧΡΟΝΟΣ