Ποιός, λοιπόν, θὰ πίστευε πὼς ὑπῆρξε ἄνθρωπος σὰν τὸν σοφὸ Ἡράκλειτο, τόσο αὐτοκρατορικὰ μεγαλοπρεπὴς καὶ μεγαλόφρων, μὲ τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς μνηστήρας τῆς Ἀλήθειας! Τέτοιοι ἄνθρωποι ζοῦν στὸ δικό τους ἡλιακὸ σύστημα, καὶ μόνον ἐκεῖ πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς γυρέψει. Ἕνας Πυθαγόρας ἢ ἕνας Ἐμπεδοκλῆς ἔδειχναν ὑπερ-ανθρώπινο σεβασμὸ πρὸς τὸν ἑαυτό τους, ἕνα δέος σχεδὸν θρησκευτικό· ὅμως, ἐξαιτίας τῆς πίστης τους στὴ μετεμψύχωση καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἐμβίων, τοὺς κατέκλυζε συμπόνια –– τοὺς τραβοῦσε, σὰ χαλκάς, ξανὰ πίσω, στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ὅσο γιὰ τὴ μοναξιὰ τοῦ Ἐφέσιου ἀναχωρητῆ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος, μονάχα στὰ ὄρη τῆς πιὸ ἄγριας ἐρημιᾶς, παραλυμένος ἀπ᾽ τὴν παγωνιά, μπορεῖ κανεὶς κάπως νὰ τὴ νοιώσει. Αὐτὸς δὲν ἐκπέμπει τὴ θέρμη καμμιᾶς συμπόνιας, καμμιᾶς λαχτάρας νὰ «βοηθήσει» καὶ νὰ «σώσει»: μοιάζει μ᾽ ἄστρο χωρὶς ἀτμόσφαιρα. Τὸ μάτι του γυρνάει, φλεγόμενο, πρὸς τὰ μέσα, θωρῶντας σβησμένο καὶ παγερό, σὰν ψεύτικο, τὸν ἔξω κόσμο. Ὁλόγυρά του, στὸ φρούριο τῆς περηφάνιας του, σκᾶνε τὰ κύματα τῆς πλάνης καὶ τῆς παραζάλης· ἀηδιασμένος ἀποστρέφει τὸ πρόσωπο... Βέβαια, ἕνα τέτοιο τραγικὸ προσωπεῖο τὸ ἀποφεύγουν οἱ «εὐαίσθητες» ψυχές· τούτη ἡ μορφὴ θὰ ταίριαζε μᾶλλον ἀνάμεσα σ᾽ ἀγάλματα θεῶν, σὲ κάποιο ἀπόμακρο Ἱερὸ ψυχρῆς, μεγαλόπρεπης ἀρχιτεκτονικῆς...
Ἀνάμεσα σ᾽ ἀνθρώπους, τώρα, ὡς ἄνθρωπος, ὁ Ἡράκλειτος: ἀ π ί σ τ ε υ τ ο ς! Σὰν τὸν εἶδαν, λέει, νὰ μελετᾶ τὸ θορυβῶδες παιχνίδι τῶν παιδιῶν, στοχάζονταν ὅ,τι π ο τ ὲ δὲ στοχάστηκε θνητὸς ἐξ ἀφορμῆς τέτοιου θεάματος: τὸ παιχνίδι τοῦ Μεγάλου Παιδιοῦ-Κόσμου, τοῦ Δία, ποὺ γελῶντας αἰώνια χτίζει καὶ γκρεμίζει κόσμους. Δὲ χρειαζόταν τοὺς ἀνθρώπους –– οὔτε κ᾽ ἡ γνώση του ἐξαρτιόταν ἀπὸ δαύτους· ὅσα θὰ μάθαινε τάχα ἀπὸ ἄλλους ἢ ὅσα ἐρευνοῦσαν παλιότερα σοφοί, ποὔξεραν νὰ ρωτοῦν καὶ νὰ μαθαίνουν, τὸν ἄφηναν ἀδιάφορο. «Τὸν ἑ α υ τ ό μου γύρεψα κ᾽ ἐρεύνησα»,* εἶπε χρησιμοποιῶντας μιὰ λέξη-κλειδὶ γιὰ τὴ νοηματικὴ διερεύνηση ἑνὸς χρησμοῦ: σὰ νἆταν αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος τηρητὴς κ᾽ ἐκτελεστὴς τῆς περίφημης δελφικῆς ρήσης «γνῶθι σαυτόν» –– καὶ κανεὶς ἄλλος!...
Ὁ Ἡράκλειτος ἄκουσε σὲ τοῦτον τὸ χρησμὸ κάτι σοφό, νόημα ἀθάνατο πού ––σὰν τοὺς προφητικοὺς λόγους τῆς Σίβυλλας–– πρέπει αἰώνια ν᾽ ἀνιχνεύεται. Αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ τὴν Ἀνθρωπότητα τοῦ ἀπώτατου μέλλοντος: φτάνει νὰ τὸν ἑρμηνεύσει ὅπως ἁρμόζει σ᾽ ἕναν χρησμό, πού ––σὰν τὴ δελφικὴ θεότητα–– «οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει»! Παρότι ἐκστομίζει λόγια «ἀγέλαστα κι ἀκαλλώπιστα κι ἀμύριστα», καὶ μάλιστα μὲ στόμα «μαινόμενο», ἡ φωνή της θὰ διαπεράσει τοὺς αἰῶνες! Ἀφοῦ ὁ Κόσμος αἰώνια θὰ χρειάζεται τὴν Ἀλήθεια, αἰώνια θὰ χρειάζεται καὶ τὸν Ἡράκλειτο, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκη του.
[Φρ. Νίτσε, Τὸ πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια, σελ. 31-33, μτφρ. Βαγγέλης Δουβαλέρης, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2015]
* Ἀξιοσημείωτη ἡ μαρτυρία ἑνὸς μαθητῆ του ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὴ διάλεξή του περί «Προπλατωνικῶν φιλοσόφων», τὸ θερινὸ ἑξάμηνο τοῦ 1876: Μοῦ ἔμεινε ἀξέχαστο πῶς σκιαγράφησε ὁ Νίτσε τὸν Ἡράκλειτο. Σίγουρα, στὰ κατάλοιπά του θὰ βρεῖ κανεὶς τὰ βασικὰ ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Ἐφέσιο σοφό. Μὲ πιάνει δέος ὅταν ξαναφέρνω στὸ νοῦ μου πόσο συγκινητικὰ τέλειωσε κείνη ἡ διάλεξη. Λόγια τοῦ Ἡράκλειτου! Σύμφωνα μὲ τὸν Νίτσε, τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα, Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν, συνοψίζει τὸν πυρῆνα τῆς σκέψης καὶ τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἴωνα φιλοσόφου (ἄραγε καὶ τὸν δικό του;). Κράτησε τὴν ἀναπνοή του, γιὰ νὰ προφέρει τὴ φράση, κι ἀντήχησε ἡ μελωδία τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου. Ἔπειτα, στὰ Γερμανικά, λίγο πιὸ ἄτονα, ἀλλὰ πάντως κατανοητά. Ὁ Νίτσε μάζεψε τὰ χειρόγραφά του λέγοντας: «Τὸν ἑαυτό μου γύρεψα κ᾽ ἐρεύνησα!»...
σ. 65
