Φαμὲν δὲ δὴ ὅτι ὁ ἐπιεικὴς ἀνὴρ τῷ ἐπιεικεῖ, οὗπερ καὶ ἑταῖρός ἐστιν, τὸ τεθνάναι οὐ δεινὸν ἡγήσεται.
Φαμὲν γάρ.
Οὐκ ἄρα ὑπέρ γ᾽ ἐκείνου ὡς δεινόν τι πεπονθότος ὀδύροιτ᾽ ἄν.
Οὐ δῆτα.
Ἀλλὰ μὴν καὶ τόδε λέγομεν, ὡς ὁ τοιοῦτος μάλιστα αὐτὸς αὑτῷ αὐτάρκης πρὸς τὸ εὖ ζῆν καὶ διαφερόντως τῶν ἄλλων ἥκιστα ἑτέρου προσδεῖται.
Ἀληθῆ, ἔφη.
Ἥκιστα ἄρ᾽ αὐτῷ δεινὸν στερηθῆναι ὑέος ἢ ἀδελφοῦ ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του τῶν τοιούτων.
Ἥκιστα μέντοι.
Ἥκιστ᾽ ἄρα καὶ ὀδύρεται, φέρει δὲ ὡς πρᾳότατα, ὅταν τις αὐτὸν τοιαύτη συμφορὰ καταλάβῃ.
Πολύ γε.
Αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζουμε ἐμεῖς εἶναι ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μὲ καλὸ χαρακτήρα δὲν θὰ θεωρήσει ποτὲ φοβερὸ δυστύχημα γιὰ ἕναν ἄλλο καλὸ ἄνθρωπο, ποὺ ὡς τέτοιος τοῦ εἶναι καὶ πιὸ οἰκεῖος, τὸ θάνατο.
Ναί, τὸ ὑποστηρίζουμε.
Δὲν θὰ ὀδύρεται, συνεπῶς, σὰν νὰ εἶχε πάθει ἐκεῖνος κάτι φοβερό.
Βεβαίως, ὄχι.
Λέμε ὅμως καὶ τοῦτο, ὅτι ἕνας τέτοιος ξεχωριστὸς ἄνθρωπος εἶναι περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἱκανὸς νὰ ζήσει ἄξια κι ἔχει λιγότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε τὴν ἀνάγκη ἑνὸς ἄλλου.
Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, εἶπε.
Ἐλάχιστα λοιπὸν θὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἔλλειψη, ἂν χάσει τὸ γιὸ ἢ τὸν ἀδελφό του ἢ χρήματα ἢ κάτι ἄλλο τέτοιο.
Ἐλάχιστα, ἀσφαλῶς.
Δὲν θὰ ἀρχίσει ἑπομένως νὰ ὀδύρεται ἂν τυχὸν τὸν βρεῖ μιὰ τέτοια συμφορά, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑπομένει μὲ γαλήνη ὅσο κανένας ἄλλος.
Σίγουρα.
[Πλάτων, Πολιτεία, σελ. 178-179, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Ἀθήνα, 2002]
