Πήγαινε καὶ στὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο ––αὐτὸ τὸ πρόσφερε στὸν ἑαυτό του σὰν κέρασμα–– δῶρο, ὅπως, στὰ παιδικά του χρόνια, χάριζε στὸν ἑαυτό του μία σοκολάτα. Καὶ αἰσθανόταν ἀχάριστος ποὺ δὲν σταματοῦσε στὶς πρῶτες αἴθουσες, τὶς πλέον σεβαστές, ἀλλὰ προχώραγε σὰν ἀποφασισμένος νὰ συναντηθεῖ μὲ τὰ ἐπιτύμβια γλυπτά. Τὸν κοιτοῦσαν, ἀλλὰ μόνο αὐτόν, κανέναν ἄλλον ποὺ τυχὸν βρισκόταν ἐκεῖ μέσα, σὰν νὰ τὸν περίμεναν μέρες, τελεσίδικα. Ἀνέκκλητα. Ἤξερε, δηλαδὴ τὸ ἤξερε: ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ Μουσεῖο, ἐκεῖνα τὰ ἀγάλματα ἔκλειναν τὰ μάτια τους, τὸ βλέμμα τους τὸ πρόσφεραν ἀποκλειστικὰ σ᾽ ἐμένα εἶπε σιγανὰ ὁ Ἑρμῆς.
[Παῦλος Μάτεσις, Ἀλδεβαράν, σελ. 187-188, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2007]
