Ὅπως καθόταν στὸ ἐστιατόριο, ξαφνικὰ ἡ ζωή του ἀθωώνεται, καὶ δὲν τῆς χρειάζεται συνένοχος. Αὐτὴ ἡ ἀθώωση ἐπῆλθε ἀπόψε θριαμβευτική, σὰν ἐπιθυμία θανάτου. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κάθισμά του καὶ κοίταξε πρός. Ἡ συντροφιά του τρόμαξε, ἀκινητοποιημένη καὶ δὲν ἐτόλμησε. Μόνο ἡ γυναίκα του κοίταξε τὴ ματιά του, εἶδε τὸ μέγεθος καὶ οὔρλιαξε βοήθεια, βοήθεια. Αὐτὸς προχώρησε, εἶδε καὶ τὸν ἄλλον νὰ προχωράει. Ἀπαντήθηκαν στὴ μέση τῆς αἴθουσας, ἀνάμεσα στὰ γεμάτα τραπεζάκια, ὁ διάδρομος στενός. Ἡ ματιά τους ἀνέβηκε μόνο μέχρι τὸ στῆθος τους, ἐπειδὴ ἤξεραν ἀπὸ χρόνια πὼς ἀκόμη εἶναι πρόωρο καὶ βλασφημία. Ἔμειναν ἀντικριστὰ ἀκίνητοι, μὲ ἀπαίτηση, καὶ ἐγνώρισαν. Τὰ γκαρσόνια φοβήθηκαν καὶ χρησιμοποίησαν ἄλλο διάδρομο. Ὕστερα ἀπὸ μισὴ ὥρα τὸν ἀκολούθησε καὶ ἔφυγαν. Καὶ δὲν ἔμαθε ποτὲ τί ἔγινε ἡ συντροφιά του καὶ ἡ γυναίκα του. Οὔτε οἱ συντροφιές τους ξανάκουσαν ποτὲ τίποτα γιὰ κανέναν ἀπὸ τοὺς δύο.
[Παῦλος Μάτεσις, Ὕλη Δάσους, σελ. 67-68, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2000]
