Στὶς τρεῖς καὶ δεκάξι μετὰ τὰ μεσάνυχτα μπῆκαν σὲ διανυκτερεῦον καφενεῖο καὶ καφέδες. Στὶς πέντε καὶ δεκαπέντε τὰ χαράματα, ὁ ἄλλος μίλησε πρῶτος, οἱ ματιὲς μέχρι τὰ τσιγάρα.
–– Τί θέλεις;
–– Ναί.
Καὶ κατάλαβε πὼς ἡ ἐρώτηση ἦταν ἀχαριστία καὶ δὲν ξαναρώτησε.
[Παῦλος Μάτεσις, Ὕλη Δάσους, σελ. 68, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2000]
