Ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.
Αλλά έφτασε πια η ώρα να πηγαίνω, εγώ για να πεθάνω και εσείς για να ζήσετε. Ποιος από τους δύο μας πηγαίνει σε καλύτερη μοίρα δεν το ξέρει κανείς άλλος παρά μόνο ο θεός.
[Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, σελ. 252-253, μτφρ. Θανάσης Σαμαράς, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2020]
Σωκράτη φησὶν ἀδικεῖν τούς τε νέους διαφθείροντα καὶ θεοὺς οὓς ἡ πόλις νομίζει οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν.
Ο Σωκράτης, λέει, παραβαίνει τους νόμους, επειδή διαφθείρει τους νέους και δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης αλλά σε άλλες καινούριες θεότητες. Τέτοια η κατηγορία.
σ. 182, 183
