6-2-2023


ΜΕΝ. Ὦ Σώκρατες, ἤκουον μὲν ἔγωγε πρὶν καὶ συγγενέσθαι σοι ὅτι σὺ οὐδὲν ἄλλο ἢ αὐτός τε ἀπορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖς ἀπορεῖν· καὶ νῦν, ὥς γέ μοι δοκεῖς, γοητεύεις με καὶ φαρμάττεις καὶ ἀτεχνῶς κατεπάδεις, ὥστε μεστὸν ἀπορίας γεγονέναι. καὶ δοκεῖς μοι παντελῶς, εἰ δεῖ τι καὶ σκῶμαι, ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ· καὶ γὰρ αὕτη τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ, καὶ σὺ δοκεῖς μοι νῦν ἐμὲ τοιοῦτον τι πεποιηκέναι· [ναρκᾶν] ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅ τι ἀποκρίνωμαί σοι. καίτοι μυριάκις γε περὶ ἀρετῆς παμπόλλους λόγους εἴρηκα καὶ πρὸς πολλοὺς, καὶ πάνυ εὖ, ὥς γε ἐμαυτῷ ἐδόκουν· νῦν δὲ οὐδ᾽ ὅ τι ἐστὶν τὸ παράπαν ἔχω εἰπεῖν. καί μοι δοκεῖς εὖ βουλεύεσθαι οὐκ ἐκπλέων ἐνθένδε οὐδ᾽ ἀποδημῶν· εἰ γὰρ ξένος ἐν ἄλλῃ πόλει τοιαῦτα ποιοῖς, τάχ᾽ ἂν ὡς γόης ἀπαχθείης. 



ΜΕΝ. Σωκράτη, εἶχα ἀκούσει καὶ πρὶν νὰ σὲ συναντήσω ὅτι δὲν κάνεις τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ βρίσκεσαι σὲ ἀπορία ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ νὰ κάνεις καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἀποροῦν. Καὶ τώρα, καθὼς μοῦ φαίνεσαι, μὲ πλανεύεις καὶ μὲ φαρμακεύεις καί, μὲ δυὸ λόγια, μὲ μαγεύεις, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχω γεμίσει μὲ ἀπορία. Καί, ἂν μπορῶ νὰ σὲ πειράξω λίγο, μοῦ φαίνεσαι πὼς εἶσαι ἐντελῶς ὅμοιος καὶ στὴ μορφὴ καὶ στὰ ὑπόλοιπα μὲ ἐκείνη τὴν πλακουτσὴ θαλασσινὴ μουδιάστρα. Γιατὶ κι ἐκείνη ὅποιον τὴν πλησιάσει καὶ τὴν ἀγγίξει τὸν μουδιάζει, κι ἐσὺ μοῦ φαίνεται πὼς μοῦ ἔχεις κάνει τώρα κάτι παρόμοιο. Διότι ἔχω στ᾽ ἀλήθεια μουδιάσει καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ στόμα, καὶ δὲν ἔχω τί  νὰ σοῦ ἀποκριθῶ, μολονότι ἔχω βγάλει ἀσφαλῶς χιλιάδες φορὲς ἕνα σωρὸ λόγους μπροστὰ σὲ πολὺ κόσμο σχετικὰ μὲ τὴν ἀρετὴ, καὶ πολὺ καλὰ καθὼς νόμιζα. Ἐνῶ τώρα δὲν ἔχω νὰ πῶ οὔτε κἂν τί εἶναι. Μοῦ φαίνεται λοιπὸν πὼς καλὰ κάνεις καὶ δὲν ταξιδεύεις ἀπὸ ἐδῶ, οὔτε ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὴν πατρίδα σου. Γιατί, ἂν κάνεις τέτοια πράγματα ξένος σὲ ἄλλη πόλη, ἐνδέχεται νὰ σὲ συλλάβουν ὡς μάγο! 



[Πλάτωνος, Μένων, σελ. 60-61, μτφρ. Παῦλος Καλλιγᾶς, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2021] 

Ο ΧΡΟΝΟΣ