Κοῦφον γὰρ χρῆμα ποιητής ἐστιν καὶ πτηνὸν καὶ ἱερόν, καὶ οὐ πρότερον οἷός τε ποιεῖν πρὶν ἂν ἔνθεός τε γένηται καὶ ἔκφρων καὶ ὁ νοῦς μηκέτι ἐν αὐτῷ ἐνῇ· ἕως δ᾽ ἂν τουτὶ ἔχῃ τὸ κτῆμα, ἀδύνατος πᾶς ποιεῖν ἄνθρωπός ἐστιν καὶ χρησμῳδεῖν.
Γιατὶ ὁ ποιητὴς εἶναι κάτι πολὺ ἀνάλαφρο, ποὺ πετάει, κάτι ἱερό, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει προτοῦ νὰ τὸν κυριέψει ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ πέσει σὲ ἔκσταση καὶ πάψει πιὰ νὰ ἔχει μέσα του λογικό· ἀπεναντίας, κάθε ἄνθρωπος, ὅσο ἔχει μέσα του τοῦτο τὸ πράγμα, τὸ λογικό, ἀδυνατεῖ νὰ γράφει ποιήματα ἢ νὰ δίνει χρησμούς.
[Πλάτωνος, Ἴων, σελ. 54-55, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, ἔκδ. Ἐκκρεμές, Ἀθήνα, 2002]
