Ὁ ἴδιος μνημονεύεται καὶ πάλι σὲ ἕναν σύντομο νοθευμένο πλατωνικὸ διάλογο ποὺ φέρει τὸν τίτλο Θεάγης, καὶ ὅπου δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση στὶς ὑπερφυσικὲς δυνατότητες τοῦ περίφημου σωκρατικοῦ «δαιμονίου» στὸ νὰ καθοδηγεῖ ὅσους συναναστρέφονταν τὸν φιλόσοφο πρὸς τὴν ἐπιτυχία. Ἐκεῖ, πρὸς τὸ τέλος τῆς συζήτησης (130e), ὁ Σωκράτης ἀφηγεῖται τὴν ἱστορία τῆς σχέσης ποὺ εἶχε μὲ τὸν νεαρὸ Ἀριστείδη μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
Ἡ δύναμη τούτου τοῦ «δαιμονίου» μπορεῖ νὰ καταφέρει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὶς συναναστροφές μου μὲ ὅσους βρίσκονται κοντά μου. Διότι σὲ πολλοὺς ἐναντιώνεται, καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν νὰ ὠφεληθοῦν τίποτα μὲ τὸ νὰ μὲ συντροφεύουν, ὁπότε καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ συναναστρέφομαι μαζί τους. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἐνῶ ἐκεῖνο δὲν μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς συναναστρέφομαι, παραταῦτα δὲν ὠφελοῦνται καθόλου ἀπὸ τὴ συναναστροφή. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ τοὺς καταλαμβάνει ἡ δύναμη τοῦ δαιμονίου ὡς ἐπακόλουθο τῆς συναναστροφῆς μας εἶναι ὅσοι καὶ ἐσὺ [ἐνν. Θεάγη] ἀντιλαμβάνεσαι· διότι αὐτοὶ βλέπουν ἀμέσως βελτίωση. Καὶ γιὰ ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ βελτιώνονται ἡ ὠφέλεια εἶναι βέβαιη καὶ μόνιμη, ἄλλοι ὅμως, γιὰ ὅσον καιρὸ εἶναι μαζί μου προκόβουν θαυμάσια, ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ ἐμένα βρίσκονται νὰ μὴ διαφέρουν ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἀριστείδη τοῦ Λυσιμάχου, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀριστείδη. Διότι ὅσο παρέμεινε μαζί μου προόδευσε πάρα πολὺ μέσα σὲ λίγο χρόνο. Ἔπειτα ὅμως στρατεύτηκε καὶ ἔφυγε σὲ μία ναυτικὴ ἐκστρατεία. Ὅταν ἐπέστρεψε, μὲ βρῆκε νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ τὸν Θουκιδίδη τοῦ Μελησία, τοῦ γιοῦ τοῦ Θουκιδίδη. Καὶ μάλιστα ὁ Θουκιδίδης εἶχε λογοφέρει ἄσχημα μαζί μου τὴν προηγούμενη ἡμέρα γιὰ κάποιο θέμα. Ὅταν λοιπὸν μὲ εἶδε ὁ Ἀριστείδης, ἀφοῦ μὲ ἀσπάστηκε κι ἀνταλλάξαμε μερικὰ λόγια, μοῦ εἶπε: «Ἀκούω, Σωκράτη, ὅτι ὁ Θουκιδίδης σοῦ κάνει τὸν καμπόσο καὶ ὅτι σὲ κακομεταχειρίζεται σὰν νὰ εἶναι κανένας σπουδαῖος». «Ναί, ἔτσι εἶναι», εἶπα ἐγώ. «Τί λοιπόν», εἶπε, «δὲν ξέρει τί στουρνάρι ἦταν προτοῦ σὲ συναναστραφεῖ;». «Μά τοὺς θεούς, φαίνεται πὼς ὄχι», τοῦ εἶπα ἐγώ. «Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ὅμως, Σωκράτη», εἶπε, «βρίσκομαι σὲ γελοία κατάσταση». «Τί ἐννοεῖς;», τὸν ρώτησα. «Ἐπειδή», εἶπε, «πρὶν νὰ φύγω ἤμουν ἱκανὸς στὸ νὰ συνδιαλέγομαι μὲ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, καὶ δὲν ἤμουν κατώτερος ἀπὸ κανέναν στὰ λόγια, ὁπότε ἐπιζητοῦσα τὴ συντροφιὰ τῶν πιὸ ξεχωριστῶν ἀνθρώπων. Τώρα ὅμως, ἀντιθέτως, ὅποτε νιώθω ὅτι κάποιος εἶναι καλλιεργημένος, τὸν ἀποφεύγω –– τόσο πολύ ντρέπομαι γιὰ τὸ πόσο ἄχρηστος εἶμαι». Τότε τὸν ρώτησα: «Ἄραγε αὐτὴ ἡ ἱκανότητα σὲ ἐγκατέλειψε ξαφνικά, ἢ λίγο-λίγο;». «Λίγο-λίγο», μοῦ εἶπε. «Καὶ τὴν ἀπέκτησες ἐπειδὴ ἔμαθες κάτι ἀπὸ ἐμένα, ἢ μὲ κάποιον ἄλλον τρόπο;». «Θα σοῦ πῶ, Σωκράτη», εἶπε, «κάτι πού, μά τοὺς θεούς, εἶναι ἀπίστευτο ἀλλὰ ἀληθινό. Διότι ἐγὼ ἀπὸ ἐσένα δὲν ἔμαθα ποτὲ τίποτε, ὅπως καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος τὸ ξέρεις. Ὅμως, ὅποτε βρισκόμουν μαζί σου, γινόμουν καλύτερος, ἔστω καὶ ἂν ἤμουν ἁπλῶς στὸ ἴδιο σπίτι μαζί σου, ἀκόμη καὶ ὄχι στὸ ἴδιο δωμάτιο, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε περισσότερο ὅταν ἤμασταν μαζὶ στὸ ἴδιο δωμάτιο. Καὶ μοῦ φαινόταν πὼς βελτιωνόμουν πολὺ περισσότερο ὅταν, εὑρισκόμενος στὸ ἴδιο δωμάτιο, σὲ παρατηροῦσα ἐνῶ μιλοῦσες, περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι ὅταν κοίταζα κάπου ἀλλοῦ. Καὶ βελτιωνόμουν πολὺ περισσότερο ὅταν καθόμουν κοντά σου, ὅταν σὲ κρατοῦσα καὶ σὲ ἄγγιζα. Ἐνῶ τώρα», εἶπε, «ὅλη ἐκείνη ἡ διάθεση ἔχει ξεγλιστρήσει ἀπὸ μέσα μου».
Ἡ συναρπαστικὴ αὐτὴ μαρτυρία γιὰ τὴ σχεδὸν μαγικὴ ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσε ἡ παρουσία τοῦ Σωκράτη στοὺς συνομιλητὲς καὶ στοὺς συντρόφους του, μολονότι φαίνεται νὰ μὴν προέρχεται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ Πλάτωνα, δείχνει ὡστόσο νὰ ἀπηχεῖ κάτι ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ ἐμπειρία ποὺ εἶχαν ἀποκομίσει ὅσοι εἶχαν συναναστραφεῖ τὸν δάσκαλό του καὶ εἶχαν νιώσει τὸν ἰδιαίτερο μαγνητισμὸ ποὺ ἐξέπεμπε στοὺς γύρω του.
[Πλάτωνος, Λάχης, 124-126, μτφρ. Παῦλος Καλλιγᾶς, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2022 ]
