23-1-2023


ὄνειρε μελαινα[

φ[ο]ίταις ὄτα τ᾽ ὔπνος[

γλύκυς θ[έ]ος, ἦ δεῖν᾽ ὀνίας μ]

ζὰ χῶρις ἔχην τὰν δυναμ[

ἔλπις δέ μ᾽ ἔχει μὴ πεδέχη[ν

μηδὲν μακάρων ἐλ[

οὐ γάρ κ᾽ ἔον οὔτω[.´.

ἀθύρματα κα. [

γένοιτο δέ μοι[

τοὶς πάντα[



μὲ τὶς μαῦρες [φτεροῦγες σου], ὄνειρο,

φανερώνεσαι πάντα, ὅταν ὁ ὕπνος [μὲ παίρνει]

ὁ γαλήνιος θεός· πῶς τὶς λύπες

στ᾽ ἀλήθεια τὴ δύναμη ἔχεις

χωριστὰ νὰ κρατᾶς·

μὲ κυρίευσε τώρα μιὰ ἐλπίδα

νὰ μὴν τύχει σὲ μένα μερίδιο κανένα

ἀπὸ τοὺς μακάριους θεοὺς

γιατὶ νὰ εἶμαι δὲν θά ᾽θελα

[παιχνιδάκι κι] ἀθύρματα...

καὶ γιὰ μένα

εἴθε ὅλα νὰ γίνουν 





[Σαπφώ, Τὰ Ποιήματα, σελ. 66-67, μτφρ. Τασούλα Καραγεωργίου, ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 2022]

Ο ΧΡΟΝΟΣ