ὄνειρε μελαινα[
φ[ο]ίταις ὄτα τ᾽ ὔπνος[
γλύκυς θ[έ]ος, ἦ δεῖν᾽ ὀνίας μ]
ζὰ χῶρις ἔχην τὰν δυναμ[
ἔλπις δέ μ᾽ ἔχει μὴ πεδέχη[ν
μηδὲν μακάρων ἐλ[
οὐ γάρ κ᾽ ἔον οὔτω[.´.
ἀθύρματα κα. [
γένοιτο δέ μοι[
τοὶς πάντα[
μὲ τὶς μαῦρες [φτεροῦγες σου], ὄνειρο,
φανερώνεσαι πάντα, ὅταν ὁ ὕπνος [μὲ παίρνει]
ὁ γαλήνιος θεός· πῶς τὶς λύπες
στ᾽ ἀλήθεια τὴ δύναμη ἔχεις
χωριστὰ νὰ κρατᾶς·
μὲ κυρίευσε τώρα μιὰ ἐλπίδα
νὰ μὴν τύχει σὲ μένα μερίδιο κανένα
ἀπὸ τοὺς μακάριους θεοὺς
γιατὶ νὰ εἶμαι δὲν θά ᾽θελα
[παιχνιδάκι κι] ἀθύρματα...
καὶ γιὰ μένα
εἴθε ὅλα νὰ γίνουν
[Σαπφώ, Τὰ Ποιήματα, σελ. 66-67, μτφρ. Τασούλα Καραγεωργίου, ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 2022]
