ΙΠ. Οὐκ ἔχω ὅπως σοι συγχωρήσω, ὦ Σώκρατες, ταῦτα.
ΣΩ. Οὐδὲ γὰρ ἐγὼ ἐμοὶ, ὦ Ἱππία· ἀλλ᾽ ἀναγαῖον οὕτω φαίνεσθαι νῦν γε ἡμῖν ἐκ τοῦ λόγου. ὅπερ μέντοι πάλαι ἔλεγον, ἐγὼ περὶ ταῦτα ἄνω καὶ κάτω πλανῶμαι καὶ οὐδέποτε ταὐτά μοι δοκεῖ· καὶ ἐμὲ μὲν οὐδὲν θαυμαστὸν πλανᾶσθαι οὐδὲ ἄλλον ἰδιώτην· εἰ δὲ καὶ ὑμεῖς πλανήσεσθε οἱ σοφοί, τοῦτο ἤδη καὶ ἡμῖν δεινὸν εἰ μηδὲ παρ᾽ ὑμᾶς ἀφικόμενοι παυσόμεθα τῆς πλάνης.
ΙΠ. Δὲν μπορῶ, Σωκράτη, νὰ συμφωνήσω μὲ ἐσένα σὲ αὐτὸ.
ΣΩ. Οὔτε κι ἐγὼ μὲ τὸν ἑαυτό μου, Ἱππία· ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως φαίνεται νὰ προκύπτει κατ᾽ ἀνάγκην ἀπὸ τὴ συζήτησή μας. Ὅπως ἔλεγα καὶ ἄλλοτε, ἐγὼ γύρω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀμφιταλαντεύομαι, πότε στὴ μία καὶ πότε στὴν ἄλλη ἄκρη, καὶ δὲν ἔχω ποτὲ τὴν ἴδια γνώμη. Καὶ, βέβαια, δὲν εἶναι διόλου παράξενο νὰ συμβαίνει αὐτὸ σὲ ἐμένα ἢ μὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀδαὴ ἄνθρωπο. Ἂν ξαστοχᾶτε ὅμως κι ἐσεῖς, οἱ σοφοί, ἔ, αὐτὸ πιὰ εἶναι φοβερὸ καὶ γιὰ μᾶς, ἀφοῦ ἔτσι δὲν θὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὴν πλάνη οὔτε κι ἅμα ἔλθουμε πλάι σας.
[Πλάτωνος, Ἱππίας ἐλάττων, σελ. 90-91, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 1995]
