6-2-2022


Τότε ὁ Τελαμώνιος Αἴας σημάδεψε τ' ἀγόρι τοῦ Ἀνθεμίωνα,

τὸν παρθένο βλαστὸ στὸ ἄνθισμά του, τὸν Σιμοείσιο, ποὺ ἡ μάνα του, χρόνια ἀλλοτινά,

τὸν γέννησε στὶς ὄχθες τοῦ Σιμόεντα, ὅταν ἀπὸ τὴν Ἴδη κίνησε,

ἀκολουθώντας τοὺς γονιούς της, τὰ πρόβατά τους νὰ βοσκήσουν·

ἔτσι τὸν βγάλαν Σιμοείσιο· ὅμως δὲν πρόλαβε ν' ἀναποδώσει

τὴ φροντίδα του γιὰ τοὺς γονιοὺς ποὺ ἀγαποῦσε, ἀφοῦ ὑφάνθηκε

ἡ ζωή του λιγοστή, καὶ τοῦ 'λαχε νὰ ὑποταχθεῖ στὸ δόρυ τῆς ὁρμῆς του Αἴαντα.

Μόλις στὴν πρώτη βρέθηκε γραμμή, στὸ στῆθος τὸν σημάδεψε,

στὴ ρόδινη θηλὴ δεξιά· καὶ πέρασε τὸ χάλκινο κοντάρι

βγαίνοντας πίσω ἀπ' τὸ φτερό· σωριάστηκε στὴ σκόνη σὰν τὴ λεύκα

ποὺ φύτρωσε σ' ἁπλόχωρο λιβάδι καὶ λούζεται σὲ καταπράσινα νερά, ἁπαλή, στεφανωμένη τοὺς κλώνους τῆς κορφῆς της·

ὅμως τὴν ἔκοψ' ἕνας ἄντρας, μὲ τὸ τσεκούρι του τὸ μαυρισμένο,

τεχνίτης ἀρματοποιός, τροχοὺς νὰ κάμει σ' ὡραῖο δίφρο·

κι αὐτή, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμιοῦ πεσμένη, ἀφήνεται νὰ ξεραθεῖ.

Αὐτόν, τὸν Ἀνθεμίδη Σιμοείσιο, τὸν γύμνωσε ἀπὸ τ' ἄνθη του

ὁ Αἴαντας, του Δία ὁ γόνος.




[Βασίλης Μπουκουβάλας, Ὁμηρικὲς ἐκλογές, σελ. 31, ἐκδ. Τὸ Ροδακιό, Ἀθήνα, 2020]

Ο ΧΡΟΝΟΣ