2-2-2022


Δευτέρα 3 Μαρτίου 1997 (Ἀθήνα)

Κοίταζα δυὸ φάλαινες ποὺ πάλευαν μὲ πολὺ ἄγρια κύματα. Δὲν ξεχώριζα ἂν πάσχιζαν νὰ μποῦν πιὸ μέσα στὴν θάλασσα καὶ τὰ κύματα τὶς ἔσπρωχναν πίσω ἢ ἂν εἶχαν βάλει στόχο τὴν στεριά. Παρακαλοῦσα νὰ μὴ συμβεῖ τὸ δεύτερο, ἀγωνιοῦσα, δὲν θὰ ἄντεχα νὰ παρακολουθήσω τὸ μεγάλο ξεψύχισμα... Κάποια στιγμὴ κόπασε ἡ ταραχὴ τῶν κυμάτων καὶ οἱ φάλαινες σπάθισαν μὲ μοναδικὴ χάρι τὰ νερὰ καὶ γλίστρησαν μέσα στὸ πέλαγος, κι ἔμεινε μόνο μιὰ μακριὰ γραμμὴ ἀπὸ πίσω. 

σ. 33


Σάββατο 5 Μαΐου 2001 (Ἀθήνα)

Ξαφνικὰ μπῆκε στὸ δωμάτιο κάποιος ποὺ δὲν τὸν εἶχα ξαναδεῖ. Σὰν νὰ τρύπωσε ἀέρας στὸ  σπίτι κι ὄχι ἕνας ἄνθρωπος μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ. Ἤμουν μόνη καὶ θὰ μποροῦσα νὰ φοβηθῶ, νὰ βάλει ὁ νοῦς μου, ἀλλὰ τίποτε ἀπ' αὐτά. Μ' ἕνα σείσιμο τοῦ χεριοῦ του μοῦ ἔδωσε νὰ καταλάβω πὼς εἶχε νὰ μοῦ πεῖ μιὰ λέξη τόσο σημαντικὴ καὶ ἀδιανόητη καὶ ἀκαταμάχητη, ποὺ μετὰ ἀπ' αὐτὸ θά 'πρεπε κανονικὰ νὰ πεθάνω! Διότι τί ἄλλο νὰ ζητήσει κανείς; Μοῦ ἦρθε στὸν νοῦ ὁ ἀπόηχος ἀπὸ κάτι τέτοιο: «τὸ βασικὸ τὸ πρᾶγμα πάντα χάνεται».* Καὶ εἶπα, νὰ δεῖς ποὺ αὐτὸς ὁ ἄγνωστος σήμερα θά μοῦ τὸ ἀποκαλύψει, θὰ τὸ καρπωθῶ μέσα σὲ μιὰ λέξη! Κι ἂν εἶναι νὰ πεθάνω γι' αὐτήν, χαλάλι, τί νὰ κάνουμε. Ὅμως τί βάσανο μέχρι νὰ τὴν προφέρει, τί ἀγωνία, τί παιδεμός. Ἄνοιγε τὸ στόμα καὶ πάσχιζε, μοχθοῦσε, ἵδρωνε, ἔδινε μάχη νὰ τὴν ἀρθρώσει, νὰ μοῦ ἀποκαλύψει τὸ μυστικό, ἀλλὰ εἰς μάτην καὶ πάλι εἰς μάτην –– μήπως πιὸ εὔκολο θὰ ἦταν νὰ τοῦ βγεῖ ἡ ψυχή; Γινόταν πιὰ βραχνᾶς, θηλειὰ στὸν λαιμό του, ἕνα μουγγὸ μαρτύριο ποὺ ἔφτανε κι ὣς τὸν δικό μου λαιμό, καὶ κάποτε ἐπιτέλους ἡ λέξη πετάχτηκε ἀπ' τὸ στόμα του καὶ τραντάχτηκε ὁ τόπος: «ΑΠΛΟΥΣΤΑΤΑ!» Τραντάχτηκα κι ἐγὼ καὶ ξύπνησα. Μοῦ πῆρε κάτι στιγμὲς νὰ καταλάβω ὅτι γελοῦσα τρομαγμένη.


                    

–––––––––––––

* Πάντα χάνεται τὸ βασικὸ τὸ πρᾶγμα· αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος ποὺ στιγματίζει κάθε ἔμπνευση. Ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ Μπόρχες «Τὸ φεγγάρι» (Ἀνθολογία, ἐκδόσεις Δόμος, 1979, μετάφραση Λάμπρου Καμπερίδη), ποὺ διάβαζα γιὰ πολλοστὴ φορὰ χθὲς βράδυ πρὶν πέσω γιὰ ὕπνο.


σ. 208-209





[Ζυράννα Ζατέλη, Τετράδια ὀνείρων, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2017]




Πρὸς τὸ παρὸν μοῦ ἀρκεῖ νὰ ἐντυπωσιάζομαι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τοὺς περισσότερους πρωτόγονους λαούς ––ἐκείνους μάλιστα που δημιούργησαν πολιτισμοὺς μπρὸς στὰ ἀπομεινάρια τῶν ὁποίων τρίβουμε μέχρι σήμερα τὰ μάτια μας–– τὸ ὄνειρο ἦταν «ἡ ἀρχὴ τοῦ κόσμου». Ὅπως βέβαια κι ἀπὸ τὴν συναρπαστική, τὴν δαιμόνια καὶ τόσο σοφὴ Μυθολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἡ ὁποία δὲν ἄφησε καὶ τίποτε ἀπ᾽ ἔξω. Μαθαίνουμε λοιπὸν ἐκεῖ ὅτι ὁ Ὕπνος ––ἄναξ πάντων τε θεῶν πάντων τ᾽ ἀνθρώπων, κατὰ τὸν Ὅμηρο στὴν Ἰλιάδα––, γιὸς τῆς Νύχτας καὶ τοῦ Ἐρέβους, μικρότερος ἀδελφὸς τοῦ Θανάτου, νυμφεύεται τὴν γλυκειὰ Πασιθέη, θεὰ τῆς χαλάρωσης καὶ τῆς ξεκούρασης, καὶ μαζὶ θ᾽ ἀποκτήσουν τέσσερα φοβερὰ καὶ ἐκπληκτικὰ παιδιά, τοὺς Ὄνειρους: ὁ Μορφεύς, ὁ Φοβήτωρ, ὁ Φάντασος καὶ ὁ Ἴκελος. Ὁ Μορφέας παίρνει φυσικὰ τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν λέξη «μορφή» καὶ δουλειά του εἶναι, τί ἄλλο, νὰ δίνει ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη μορφὴ στὰ ὄνειρα καὶ στὰ ὁράματα τῶν ἀνθρώπων, νὰ διαμορφώνει τὶς εἰκόνες καὶ τὰ ὄντα ποὺ κατοικοῦν μέσα σ᾽ αὐτά. Ὡς πιὸ ἰσχυρὸς ἀπ᾽ τὰ ὑπόλοιπα ἀδέλφια του, ἦταν καὶ ὁ μοναδικὸς θεὸς ποὺ μποροῦσε λέει νὰ ἐπέμβει στὰ ὄνειρα τῶν βασιλέων καὶ τῶν ἡρώων, ἐνῶ ἐπίσης μετέφερε τὰ μηνύματα τῶν θεῶν στοὺς θνητοὺς μὲ τὴν μορφὴ ὀνείρων. Ὁ Φοβήτωρ εἶναι γιὰ νὰ μᾶς τρομάζει, ἡ προσωποποίηση τοῦ ἐφιάλτη, νὰ μᾶς κοψοχολιάζει παίρνοντας μορφὲς τεράτων, ἀλλόκοτων, φρικαλέων ἢ καὶ ἀνύπαρκτων πλασμάτων. Ὁ Φάντασος, προσωποποίηση τῆς φαντασίας, δημιουργεῖ ἐκεῖνα τὰ δυσνόητα ἢ ἀκατανόητα ὄνειρα, τὰ πέραν πάσης ἰδέας καὶ συνήθως χωρὶς κάποια ζωτικὴ μορφή. Καὶ τέλος ὁ Ἴκελος, ὁ λιγότερο ἴσως γνωστὸς μὰ ὄχι κι ὁ λιγότερο θαρραλέος ––ἀπεναντίας––, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀναλάβει τὸν «ρεαλισμό» τῶν ὀνείρων, νὰ τὰ κάνει νὰ φαίνονται ὅλα ζωντανά, φυσικά, πραγματικά: καὶ τὰ πιὸ ἐξωφρενικὰ καὶ τὰ πιὸ ἀκατάληπτα, καὶ τὰ πιὸ πλασματικὰ καὶ τὰ πιὸ ἐφιαλτικά, καὶ τὰ πιὸ εὐδαιμονικὰ καὶ τὰ πιὸ ἀπατηλὰ καὶ τὰ πιὸ ἀπίστευτα. 

σ. 29-30

Ο ΧΡΟΝΟΣ