25-9-2019


–– Ὥστε δὲν ἀγαπήσατε ποτὲ τὴν Σοφία Ἀφεντάκη;
–– Δὲν ἀγαποῦσα τὴν Ἀφεντάκη. Ἀγαποῦσα κάποια ἄλλη. Καὶ δὲν θὰ σοῦ κρύψω καθόλου τὸ ὄνομά της, ἐφθάσαμε συζητώντας ἕως ἐδῶ καὶ σ᾽ ἄνοιξα τόσο πολὺ τὴν καρδιά μου. Εἶχα κ᾽ ἐγὼ ὅπως ὅλοι σας, κάποια περιπέτεια, ἡ ὁποία πράγματι ἐπέδρασε κι αὐτὴ στὸ ζήτημα τῆς ὑγείας μου. Γυρίζοντας ἀπὸ τὸ Μόναχο κι᾽ ἐρχόμενος στὴν Ἀθήνα, ἐπῆγα στὸ χωριό μου, στὸν Πύργο. Ὑπήρχε ἐκεῖ ἕνα κορίτσι, ποὺ φαίνεται πὼς θἆταν μοιραῖο γιὰ μένα. Τὴν ἔλεγαν Μαριγώ. 
–– Καὶ τὸ ἐπίθετό της;
–– Μαριγὼ Χριστοδούλου, ἀνεψιὰ τοῦ δικηγόρου Μαυρομάρα, εἶπε ὁ Χαλεπᾶς καὶ τὰ λαμπερά του μάτια ἄρχισαν νὰ βουρκώνουν. Καὶ σφογγίζοντας τὰ μάτια του, ἐσυνέχισε: 
–– Τὴν ἀγαποῦσα, καὶ μ᾽ ἀγαποῦσε κι᾽ αὐτὴ πολύ, μὰ πάρα πολύ. Τὸ εἰδύλλιό μας αὐτὸ ποὺ ἦταν τόσο ἁγνό, τόσο ἱερό, ποὺ τὸ θυμᾶμαι ἀκόμα ὣς τώρα, διήρκησε τρία ὁλάκερα χρόνια. Ἐνεπνεύσθην ἀρκετὰ ἔργα ἀπ᾽ αὐτήν. Μὰ εὑρισκόμενος μερικὲς ὧρες σὲ ἄσχημες ψυχολογικὲς στιγμὲς τἄσπαζα, τὰ ἔκανα κομμάτια. Ἔπειτα αὐτὴ παντρέφτηκε. Ὁ πατέρας, βλέπετε, οἱ συγγενεῖς... Ἐργαζόμουνα στὴν Ἀθήνα. Μετὰ ἄρχισα νὰ κάνω ὅλο Σατύρους.

Συνέντευξη στον Κώστα Καλαντζή
Η Ελληνική, 31 Αυγούστου 1930



[Θανάσης Πέτρου - Δημήτρης Βανέλλης, Γιαννούλης Χαλεπάς - Ο Μύθος της Νεοελληνικής Τέχνης, σελ. 154, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2019]

Ο ΧΡΟΝΟΣ