Κάνε, Κύριε, ἕνας ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἅγιος καὶ
μέγας
καὶ δῶσε του μία νύχτα βαθειά, ἀτελεύτητη,
νὰ πάει πιὸ μακριὰ ἀπ᾽ ὅπου βρέθηκε ποτὲ
κανείς·
δῶσε του μία νύχτα ποὺ ὅλα θὰ πληροῦνται,
κι ἂς εἶναι ἡ νύχτα αὐτὴ μυρωμένη σὰν τὶς
γλυτσίνες
ἀνάλαφρη σὰν τὴν πνοὴ τῶν ἀνέμων,
χαρούμενη σὰν τὸν Ἰωσάφατ.
Κάνε νὰ φθάσει τέλος στὴν ὡριμότητα,
νά ᾽ναι τόσο ἀπέραντος ποὺ τὸ σύμπαν ν᾽ ἀρκεῖ
μόλις νὰ τὸν ντύσει·
κι ἐπίτρεψέ του νά ᾽ναι μονάχος σὰν ἀστέρι
ἔτσι ποὺ κανένα βλέμμα νὰ μὴν ἔλθει νὰ τὸν
ξαφνιάσει
τὴν ὥρα ποὺ τὸ πρόσωπό του ἀλλάζει, ἀνάστατο.
Κάνε νὰ ξανανιώσουν τὰ παιδικά του χρόνια στὴν
καρδιά του·
ἄνοιξέ του καὶ πάλι τὸν κόσμο τῶν θαυμάτων
ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια του τὰ γεμάτα
προαισθήματα.
Κάνε νὰ τοὺ ἐπιτραπεῖ νὰ ξαγρυπνᾶ μέχρι τὴν
ὥρα
ποὺ θὰ γεννήσει τὸ δικό του θάνατο,
γεμάτο ἀντίλαλους σὰν ἕνα μεγάλο κῆπο
σὰν ταξιδιώτη ποὺ γυρίζει ἀπὸ πολὺ μακριά...
Κράτα μας ξύπνους, μιὰ φορά τουλάχιστον·
φανέρωσε αὐτὸ ποὺ κεῖται βαθιὰ μέσα μας.
Μὴ μᾶς ἀναγκάζεις ἄλλο νὰ γεννᾶμε μὲς στὸν
πόνο·
δῶσε στὴ γέννα μας ἕνα νόημα πιὸ βαρύ.
Ἐσὺ ποὺ ὅλα τὰ μπορεῖς, πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ
εἰσακοῦς τ᾽ ὄνειρο τῆς γυναίκας
ποὺ πιστεύει πὼς φέρει τὸν Θεὸ στὰ σπλάχνα της,
κάνε μας νὰ γνωρίσουμε ἐπιτέλους τὸν ἄνθρωπο
σὲ ὅλη του τὴν ἀλήθεια,
τὸν ἄνθρωπο ποὺ φέρει μέσα του τὸ δικό του
θάνατο,
δεῖξε μας τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτὸν
κι ἀπάλλαξέ μας ἀπὸ τὰ χέρια ποὺ μανικὰ
ἐργάζονται γιὰ τὸ χαμό του.
[Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, Τὸ βιβλίο τῆς φτώχειας καὶ τοῦ θανάτου, σελ. 34-36, μτφρ. Βασιλικὴ Παπαγεωργίου, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα, 2008]
