Δῶσε, Θεέ μου, στὸν καθέναν τὸ δικό του θάνατο,
δῶσε στὸν καθέναν τὸ θάνατο ποὺ γεννήθηκε
ἀπό τὴν ἴδια του τὴ ζωή
ὅπου ἔμαθε τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δυστυχία.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε παρὰ ἡ φλούδα, τὸ φύλλο,
μὰ ὁ καρπὸς ποὺ εἶναι στὸ κέντρο τοῦ ὅλου
εἶναι ὁ μεγάλος θάνατος ποὺ φέρει ὁ καθένας
μέσα του.
Εἶναι γιὰ αὐτὸν ποὺ τὰ νέα κορίτσια ἀνθίζουν,
καὶ τὰ παιδιὰ ὀνειρεύονται νὰ μεγαλώσουν
κι οἱ ἔφηβοι ἐκμυστηρεύονται στὶς γυναῖκες
μιὰν ἀγωνία ποὺ κανεὶς ἄλλος δὲν καλωσορίζει.
Εἶναι γιὰ αὐτὸν ποὺ διαρκοῦν ὅλα τὰ πράγματα
αἰώνια
ἀκόμη κι ἂν ὁ χρόνος ἔσβησε τὴν ἀνάμνηση,
κι ὁποιοσδήποτε στὴ ζωή του πολεμᾶ νὰ
δημιουργήσει,
κλείνει μέσα του τοῦτο τὸν καρπὸ ἑνὸς σύμπαντος
ποὺ ἄλλοτε τὸν δροσίζει καὶ ἄλλοτε τὸν ζεσταίνει.
Μέσα σὲ τοῦτο τὸν καρπὸ μπορεῖ νὰ εἰσέλθει ὅλη
ἡ θέρμη
τῶν καρδιῶν κι ἡ λάμψη ἡ λευκὴ τῶν σκέψεων·
μὰ ἦρθαν ἄγγελοι σὰ νεφέλη πουλιῶν
κι ὅλοι οἱ καρποὶ ἦταν ἀκόμη ἄγουροι.
Κύριε, εἴμαστε πιὸ φτωχοὶ κι ἀπὸ τὰ ἄμοιρα τὰ
ζῶα
πού, ἂν καὶ τυφλά, ἀποτελειώνουν τὸν ἀληθινό τους
θάνατο.
[Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, Τὸ βιβλίο τῆς φτώχειας καὶ τοῦ θανάτου, σελ. 30-31, μτφρ. Βασιλικὴ Παπαγεωργίου, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα, 2008]
