3-4-2019


Ἡ θεολογία, μὲ τὸ σύστημά της τῶν ὀρθολογιστικῶν ἐννοιῶν, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ τρομάζη ὅταν ὁ μυστικιστὴς Ἔκκαρτ βεβαιώνει: «Ἂν δὲν ὑπῆρχα, κι ὁ Θεὸς δὲ θὰ ὑπῆρχε» ἢ ὅταν ἕνας ἄλλος μεγάλος μυστικιστής, ποὺ εἶναι ἐπίσης ποιητής, ὁ Ἄγγελος Σιλέσιος, γράφει: «Ξέρω πὼς ὁ Θεὸς δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ζήση οὔτε στιγμὴ χωρὶς ἐμένα. Ἂν ἀφανιζόμουν, θὰ ξεψυχοῦσε ἀπὸ ἀπόγνωση». Ἡ θεολογία εἶναι ἀνίκανη νὰ μεταφράση αὐτὴ τὴν ἐμπειρία στὴ γλώσσα της. Ὁ Ἂγγελος Σιλέσιος θέλει νὰ πῆ πὼς ὁ ἐραστὴς δὲ μπορεῖ νὰ ζήση χωρὶς τὸν ἀγαπημένο του. Ὅταν ὁ ἀγαπημένος πεθαίνει, πεθαίνει κι ὁ ἐραστὴς, γιατὶ ἡ ὕπαρξη δὲν ἔχει νόημα παρὰ μονάχα μὲ τὴ διπλή τους ἀγάπη. Ὁ Θεὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ἐραστής, καὶ δὲ μπορεῖ οὔτε καὶ θέλει νὰ ὑπάρχη χωρὶς τὸν ἀγαπημένο. Οἱ μυστικιστὲς ἐπαναλαμβάνουν συχνὰ πὼς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, Πλάστης καὶ πλάσμα εἶναι ἔννοιες σχετικές. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχη, δὲν ὑπάρχει κι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς γεννιέται ὅταν γεννιέται ὁ ἄνθρωπος. Ὑπάρχει σ᾽ αὐτὸ μιὰ βαθειὰ ἀλήθεια τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας, μιὰ ἀλήθεια ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος. Δὲ μπορεῖ νὰ ἀντικειμενοποιηθῆ καὶ νὰ ἐκφραστῆ μὲ ἔννοιες. Δὲ μποροῦμε νὰ οἰκοδομήσουμε σ᾽ αὐτὴ καμμιὰ ἀντικειμενικὴ ὀντολογία. Ἡ ἀλήθεια τῆς μυστικῆς πείρας στὴ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς προσκρούει στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπόλυτου καὶ αὐτάρκους ὄντος. Ἀλλὰ μιὰ τέτοια ἔννοια δὲν ἐκφράζει τὴ θεία ζωή. Εἶναι μιὰ ἀντικειμενοποίηση ποὺ τείνει στὴν κοινωνικὴ ὀργάνωση τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Τὰ λόγια τοῦ Ἄγγελου Σιλέσιου καὶ τῶν ἄλλων μυστικιστῶν ἐκφράζουν ἕνα παράδοξο ποὺ ἀποκαλύπτεται στὰ βάθη τῆς ὕπαρξης, μιᾶς ὕπαρξης ποὺ δὲν ἔχει προβληθῆ στὸν ἀντικειμενοποιημένο κόσμο. Ὁ πιὸ μεγάλος μυστικιστὴς τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς, ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, χρησιμοποιεῖ μιὰ γλώσσα ποὺ δὲν εἶναι λιγότερο μυστηριώδης γιὰ τὴν ὀρθολογιστικὴ θεολογία: «Σ᾽ εὐχαριστῶ, ὦ Ἐσένα, μοναδικὲ Θεὲ ποὺ εἶσαι πάνω ἀπ᾽ ὅλους μας, γιατὶ ἔγινες ἕνα μ᾽ ἐμένα στὸ πνεῦμα, χωρὶς σύγχυση, μὲ τρόπο αὐθεντικὰ ἀμετάβλητο». Ἢ ἀκόμα: «Ἦλθε ξαφνικά, ὁλόκληρος, ἑνώθηκε μαζί μου μὲ τρόπο ἀνέκφραστο, διείσδυσε μέσα μου χωρὶς λόγια, ὅπως ἡ φωτιὰ στὸ σίδερο καὶ τὸ φῶς στὸ γυαλί». Εἴτε: «Χαίρομαι τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν ὡραιότητά Του, καὶ γεμίζω μὲ ἀπόλαυση καὶ γλυκύτητα θεία. Μετέχω στὸ φῶς καὶ στὴ δόξα: τὸ πρόσωπό μου ἀκτινοβολεῖ ὁλόκληρο ὅπως τοῦ Πολυαγαπημένου μου, κι ὅλα μου τὰ μέλη γίνονται φωτεινά. Τότε ἡ ὡραιότητά μου ξεπερνᾶ ὅλες τὶς ὀμορφιές, ὁ πλοῦτος μου ὅλα τὰ πλούτη, ἡ δύναμή μου ὅλες τὶς δυνάμεις· γίνομαι πιὸ μεγάλος ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες κι ἄπειρα πιὸ ἁγνὸς ἀπ᾽ ὅ,τι εἶναι ὁρατὸ –– ὄχι μονάχα ἀπὸ τὴ γῆ, ἀλλὰ κι ἀπ᾽ ὅσα εἶναι πάνω στὴ γῆ, ὄχι μονάχα ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ κι ἀπ᾽ ὅσα εἶναι στὸν οὐρανό». 



[Νικολάι Μπερντιάεβ, Πνεῦμα καὶ Πραγματικότητα, σελ. 162-163, μτφρ. Ἀντιγόνη Χατζηθεοδώρου, ἐκδ. Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα, 1968] 


Στὴν πραγματικότητα, ὁ ἀληθινὸς μυστικισμὸς εἶναι ρεαλιστικός, γιατὶ στρέφεται πρὸς τὶς ἀρχέγονες πραγματικότητες, πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲ θεωρεῖ παρὰ σύμβολα κοινωνικῆς σημασίας. Ὁ μυστικισμός εἶναι ὡς «ἀποκάλυψη τῆς Ἀποκάλυψης», ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πραγματικοῦ πίσω ἀπὸ τὸ σύμβολο. Ὁ ἀληθινὸς μυστικιστὴς εἶναι ρεαλιστής, διακρίνει τὸ πραγματικό. 

σ. 159

Ο ΧΡΟΝΟΣ