24-11-2018


Εἶδαν ν᾽ ἀνοίγεται ἕνας καινούριος δρόμος, καὶ θαρρώντας πὼς ἦταν καὶ γιὰ κείνους, ἄρχισαν ἐκεῖ ἀπάνω νὰ περπατοῦν, μὰ καθὼς πήγαιναν νὰ μιμηθοῦν καὶ τὴν ἁρμονία τῶν στίχων του (τοῦ Οὔγου Φόσκολου), τὴν πότε αὐστηρή, πότε ἠχηρή, πότε ἀπαλότατη, ὅπως τοῦ τὴν ὑπαγόρευε μέσα του τὸ αἴσθημα, καὶ τὰ λόγια καὶ τὶς φράσεις, ὄχι τὶς συνηθισμένες ποὺ εἶναι ὁλονῶν, παρὰ τὶς ἴδιες τὶς δικές του, καθαρὰ φάνηκε πὼς ἔβαζαν ὅλα τὰ δυνατά τους γιὰ ν᾽ ἀρπάξουν τὸ ὑψηλὸ μυστικὸ τοῦ ποιητῆ. Μὰ δὲν κατάφερναν παρὰ νὰ μεγαλώσουν τὴ δόξα του, ἔτσι ποὺ δίναν ἀφορμὴ σὲ σύγκριση, κι οὔτε θὰ ἔστεργε ἡ φύση τίποτ᾽ ἄλλο. Ὁ νοῦς τοῦ Οὔγου προχωροῦσε ἀπὸ τὸ νόημα τῆς τέχνης του πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ ἐκεῖνα νοητικὰ σύμβολα μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως ἐκδηλωνόμαστε, κι ἔτσι γεννιόνταν αὐτὰ  καὶ ἀναπτύσσονταν φυσιολογικὰ μαζὶ μ᾽ ἐκεῖνο· μὰ ὁ νοῦς τῶν μιμητῶν του, ἀντίθετα, παίρνοντας γιὰ πάτημα τὰ σχήματα αὐτὰ ἔλπιζε νὰ ἀνέβει ἔτσι ὣς τὶς ξένες διανοητικές ἰκανότητες, ποὺ ἡ ἐξωτερική τους σφραγίδα στὴν τέχνη τοῦ γραφτοῦ λόγου λέγεται ὕφος.* Ἔτσι κι ὁ Τίμαιος ἔγινε καταγέλαστος γιατὶ θέλησε νὰ ξανοιχτεῖ κι ἐκεῖνος στὴν ἱστορία του στὶς ἴδιες μάχες, στὶς ἴδιες ναυμαχίες καὶ στὶς ἴδιες δημηγορίες ποὺ τὶς ἐθαύμαζε ὁ κόσμος στὸ Θουκιδίδη καὶ στὸ Φίλιστο, καὶ, παίρνοντας τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Πινδάρου, εἶπαν ὅτι δὲν ἦταν οὔτε κὰν σὰν πεζὸς δίπλα σὲ λυδικὴ ἅμαξα. 

* (κείμενο διαγεγραμμένο στὸ χειρόγραφο ἀπὸ τὸν ποιητή): Ἐδῶ μιλοῦμε γιὰ τὴ μίμηση τοῦ ξένου ὕφους στὸν πεζὸ λόγο, καὶ πόσο λίγο εἶναι αὐτὸ κατορθωτό. Στὴν ποίηση ὅμως, ὅπου ἐκεῖ ἀποζητοῦμε ν᾽ ἀδράξουμε μὲ τολμηροὺς συνδυασμοὺς τὴν ἀλήθεια, πετώντας μακριὰ ὅ,τι εἶναι ψεύτικο, ὥστε νὰ μείνει στὸ νοῦ τοῦ ἄλλου ἀκαταμάχητη (καὶ τοῦτο λέγεται στοχασμός), νὰ τὴν πλατύνουμε καὶ νὰ τὴ ζωντανέψουμε μὲ κατάλληλες μορφές (κι αὐτὸ θὰ πεῖ φαντασία), νὰ ἔχουμε τὴν καρδιὰ ὑπάκουη στὶς ἐντύπωσες ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ (ποὺ τοῦτο θὰ πεῖ αἴσθημα), κι ὕστερα μὲ τὸ λόγο νὰ μεταγγίσουμε ὅλα τοῦτα στὸν ἄλλον — ἡ μίμηση εἶναι κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸν πεζὸ λόγο, ὅταν δὲν εἶναι σύντομο τὸ κείμενο. Γι᾽ αὐτὸ κι ὁ Τίμαιος  


[Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἐγκώμιο γιὰ τὸν Οὔγο Φόσκολο - Elogio di Ugo Foscolo, σελ. 27, 45, μτφ. Λίνου Πολίτη μὲ συνεργασία Γ. Ν. Πολίτη, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν - Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα, 1978]


===

Διαγραμμένο ἢ ὄχι τὸ ἀπόσπασμα ἔφτασε ὣς ἐμᾶς. Εἶναι σολωμικό. Δηλαδή πολύτιμο. Ἄλλωστε ὁ πολυτιμότερος Σολωμός, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο περίπου ἔφτασε ὣς ἐμᾶς: ἀποσπάσματα, συντρίμμια ἢ διαγραφές.


[Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ἕνας ὁρισμὸς τοῦ Σολωμοῦ γιὰ τὸ ὕφος (style) / Μελέτες - Τόμος Πρῶτος, σελ. 114, ἐκδ. Δόμος & Μουσεῖο Μπενάκη, Ἀθήνα, 2007] 

Ο ΧΡΟΝΟΣ