4-10-2018


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΓΝΑΔΙ

   Ἕνα ὄνειρο γεμάτο ἔντονη ζωὴ ἔφερε μπρός μου, μὲς στὸ μυστικό του αἰθέρα, μιὰ Μορφή, ποὺ ὅσο κι᾽ ἂν τὴ σκέπαζε μαγνάδι, φάνταζε θεϊκιὰ σὲ ὅλα, ἀκόμα καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἔστεκε ἀσάλευτη.
   «Πές μου, ἀσύγκριτε ξένε κόσμου ἀληθινοῦ, ἂν σώθηκε ἡ καλή μου, καὶ νὰ ἰδῆς στὸ κεφάλι σου τὸ πιὸ λαμπρὸ ἀπ᾽ ὅλα τὰ στεφάνια τ᾽ οὐρανοῦ, καὶ τὸ φιλί μου, τὸ φιλὶ στὰ πόδια σου. Τρανότερος ἀπὸ οὐράνια ξεφάντωση ποὺ μὲ ρόδα νὰ ἔστρωνε τὰ πέλαγα, πλουσιότερος ἀκόμα εἶναι ἕνας μικρὸς λόγος ὑπερούσιος ποὺ φτάνει ὡς τ᾽ αὐτιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Πές μου ἂν σώθηκε, γιατὶ ἀπὸ στόματα ποὺ πλάστηκαν ἅγια ἔχω ἀκούσει πὼς στὰ μάτια τ᾽ ἄπλαστα εἶναι ἀκάθαρτο τὸ χιόνι. Ἀπὸ τὴν ὥρα ὅπου τὸ μνῆμα ἔκρυψε τὴν ὄψη της ἀπὸ τὸν κόσμο, ποὺ μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγάπη ἔβλεπε τὸ πάτημά της καὶ τῆς σκορπούσε τὸν ἔπαινο, ἔξοχο λουλούδι τῆς ἀνθρώπινης λαλιᾶς, μὲ τυραννοῦσε τούτ᾽ ἡ σκέψη, καὶ πιὸ πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὴν ξεδιαλύνω. Τότε καθετὶ στέρεο στὴ ζωὴ σάλευε μπρὸς στὰ μάτια μου, ὅπως τὴ νύχτα μὲς στὴν ἐκκλησιά, σὰν τρεμοφέγγη τὸ ἀκοίμητο κοντὰ νὰ σβήση, τρεμοσαλεύουν τὰ εἰκονίσματα, οἱ ταφόπετρες, καὶ ὅλα τριγύρω φαίνοντ᾽ ἕτοιμα νὰ χαθοῦν ἀπὸ τὰ μάτια. Μὰ τώρα ὅπου μπροστά μου στέκεται τέτοια θεά, θὰ μπορέση νὰ στήση μὲς στὸ στῆθος μου ἢ τὸν Παράδεισο ἢ τὴν Κόλαση, γιατὶ ἐκείνη καὶ ἦταν καὶ εἶναι μέσα στὴν ψυχή μου ὅ,τ᾽ εἶναι ἡ ψυχὴ μὲς στὸ κορμί μου. Γνώρισαν τὴν ἁγνότητα τοῦ ἔρωτά μας οἱ μέρες οἱ γεμάτες ἥλιο, καθὼς κι᾽ οἱ μακριὲς νύχτες ποὺ περάσαμε μαζί. Κανείς ποτὲ δὲν τὄμαθε, κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὸ μάθη. Πηγή ᾽ταν ποὺ ἔτρεξε δίχως κανέναν ἦχο, κρυφά. Στοχασμοὶ κι᾽ αἰσθήματα, κινήματα καὶ λόγια, ὄμορφα ὅλα, ἤτανε μελωδία συνταιριασμένη μὲ τῆς μορφῆς, καὶ μέσα σὲ τόσο πλοῦτος ἔβλεπες πεντακάθαρο τὸ βάθος, ὅπως στῆς θάλασσας τὰ πεντακάθρα καὶ βαθιὰ νερὰ βλέπεις ἀκίνητη στὸ βυθὸ τὴν πέτρα ντυμένη χλωρασιά. Ἀνάβρυζε ἀπὸ κείνην ἡ ζωὴ καὶ μ᾽ ἔζωνε μ᾽ ὅση ἀκατανίκητη δύναμη τὴ ζώνει τώρα ὁ θάνατος. Μέσα στὸ στῆθος μου λαχτάριζε ὁ οὐρανὸς μὲ ὅσες φωνὲς κι᾽ ἂν εἶχε· μὰ ὅταν τοῦ τάφου τὸ χῶμα, μόλις τὸ ἄγγιξε τὸ σκήνωμά της, ἔγινε ναός, ὁ θάνατος, τὸ καθημερινὸ αὐτὸ πράμα, φάνηκε στὸν κόσμο κάτι ἀπίστευτο καὶ καινούργιο. Τῶν γυναικῶν τὰ κάλλη χλώμιασαν γιὰ πολὺν καιρὸ καὶ μαραζῶσαν, κι᾽ ὁ ἄντρας ἔκλαψε καὶ φανερώθηκε ἀδύνατος σὰν τὴ γυναίκα. Ἴσως ν᾽ ἁγιάσουν ἐκεῖ τριγύρω της τ᾽ ἄγνωστα κόκαλα· ἴσως σκουλήκια νὰ μὴ γεννηθοῦν· ἴσως νὰ μὴ λιώση ποτὲ ἡ ἴδια· ἴσως νὰ μείνη πάντα ὄμορφη ἀκόμα κι᾽ ἐκεῖ μέσα· ἴσως (ἢ μὴν ἀλλαλογῶ;) ἴσως αὔριο ἀναστηθῆ. Μὰ γιατὶ μιλῶ ἔτσι; Γιατί, κι᾽ ἂν ὅλα τὰ μεγαλεῖα πέφταν μπρὸς στὰ πόδια μου, καὶ πάλι θὰ γύρευα τὸ καλὸ μονάχα μὲς στὰ μάτια της».
   Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔβγαλε ἡ Μορφὴ τὸ μαγνάδι, καὶ πρόβαλε ἡ Καλή, φωτοστεφανωμένη καὶ γελούμενη.



[Διονυσίου Σολωμοῦ, ΑΠΑΝΤΑ - Τόμος δεύτερος / Παράρτημα - ΙΤΑΛΙΚΑ (Ποιήματα καὶ Πεζὰ), σελ. 113-114, μτφ. Λίνου Πολίτη μὲ συνεργασία Γ. Ν. Πολίτη, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα, 1991]

Ο ΧΡΟΝΟΣ