Είμαι στο καφενείο, στο νησί. Πρωί. Τα σπίτια, η θάλασσα είναι ένα βαθύ μπλε, σαν μάτι. Γράφω. Νομίζω πως ο κόσμος με κοιτάζει περίεργα. Γράφω για τη μαμά. Η μαμά πιτσιλίζει το χαρτί. Το χέρι της μαμάς με οδηγεί. Βγαίνει ο ήλιος. Ο ήλιος χτυπάει σκληρά το χαρτί. Για να τον αποφύγω, γράφω παντού. Στα τραπέζια, χάμω, πάνω στις βάρκες... Θέλω να κόψω το τσιγάρο, το φαΐ, το ποτό, θέλω να τα κόψω όλα, να γίνω σκέτη, γυμνή.
— Μαμά, τα μαλλιά σου σκεπάζουν τη θάλασσα, τα χέρια σου γκρεμίζουν τα σπίτια, σε λίγο θα με φας.
Υπομονή...
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Μαμά, σελ. 55, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα, 2004]
