30-9-2018


                        Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΓΝΑΔΙ

   Ὄνειρο ζωντανῆς ζωῆς στὸ μυστικό του αἰθέρα
μοὔδειξε ἀτάραχη Μορφή, π᾽ ἄν κ᾽ ἐφορούσε σκέπη,
ἔλαμπε σ᾽ ὅλα θεϊκιά, καὶ στὴν κορμοστασιά της.
   «Ἆ πές μου, πές μου, ἀληθινοῦ κόσμου τρισάγιε ξένε,
ἄν ἡ Καλή μου σώθηκε, κι ἄς εἶν᾽ στὴν κεφαλή σου
τὸ πρῶτο ἀπ᾽ τῆς Παράδεισος τὰ ὁλόλαμπρα στεφάνια,
καὶ τὸ φιλί μου, τὸ φιλὶ στὰ θεϊκά σου πόδια!
Χαρά νὰ σκέπαζε οὐρανοῦ τὰ πέλαγα μὲ ρόδα,
τρανώτερος πλουσιότερος κἄν μικρὸς λόγος εἶναι
τοῦ ἀπάνου κόσμου, ποῦ περνᾷ στὴν ἀκοὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Πές μου, ἄν ἐσώθη, κι ἄκουσα πλασμένα στόματ᾽ ἅγια,
στὰ μάτια τ᾽ ἄπλαστα νὰ λὲν ἀκάθαρτο το χιόνι.
Ἀπ᾽ τὴ στιγμὴ ποὔκρυψε ἡ γῆ τὴν ὄψη της τοῦ κόσμου,
ποῦ μὲ χαρὰ τὸ χνάρι της θωροῦσε καὶ μ᾽ ἀγάπη,
καὶ τῆς ἀνθρώπινης λαλιᾶς τοῦ ἐσκόρπα ὡραῖο τ᾽ ἄνθι,
τὸν ἔπαινο, σκληρὴ γι᾽ αὐτὸ μ᾽ ἐπαίδευε ὑποψία.
Κάθε τὶ στέρεο τῆς ζωῆς σάλευε τότ᾽ ἐμπρός μου,
ὅπως τὴ νύχτα σὲ ναό, σὰν ἔτοιμο νὰ σβύσῃ
σείεται τὸ φῶς τὸ ἀκοίμητο, τρεμουλιαστὲς σαλεύουν
εἰκόνες καὶ ταφόπετρες, κι ὅλα τὰ πάντα γύρω
ἕτοιμα φαίνονται θαρρεῖς ν᾽ ἀφανισθοῦν ἐμπρός σου.
Ἀλλὰ ἡ θεά, ποῦ τώρα ἐμπρός μου ἐστήθη, θὰ ἠμπορέσῃ
ἤ Κόλαση ἤ Παράδεισο στὰ στήθη μου νὰ στήσῃ,
τὶ αὐτή ᾽ταν στὴν ψυχή μου κ᾽ εἶν᾽ σὰ στὸ κορμὶ ἡ ψυχή μου.
Γνωρίσαν τὴν ἁγνότητα τοῦ πόθου μας οἱ μέρες,
μέρες γεμάτες ἥλιο, νύχτες μακρυὲς ἀγάπης.
Κανεὶς ποτὲ δὲν τὄμαθε, κανεὶς δὲ θὰ τὸ μάθῃ.
Πηγή ᾽ταν ποὔτρεξε κρυφὰ δίχως κανέναν ἦχο.
Ἔργα καὶ λόγια, στοχασμοὶ τρισεύγενοι κι ὡραῖοι,
μελῳδικὸς ἦταν ἠχὸς μὲ τῆς Μορφῆς συνόμοιος,
καὶ μὲς στὸ πλοῦτος ξάστερο ξαγνάντευες τὸ βάθος,
ὅπως μὲς στὰ βαθυὰ νερὰ τοῦ καθαροῦ πελάγου
τὴν πέτρ᾽ ἀκίνητη θωρεῖς μὲ χλωρασιὰ ντυμένη.
Ἀνάβρυζ᾽ ἀπ᾽ αὐτὴν ζωὴ κ᾽ ἐκύκλωνέ με μ᾽ ὅση
δύναμη ζώνει τώρ᾽ αὐτὴν τὸ χέρι τοῦ Θανάτου.
Ἐχτύπα μέσα μ᾽ ὁ οὐρανὸς μ᾽ ὅσες φωνὲς κι ἄν εἶχε,
ἀλλ᾽ ὡς στὸ γκίσμα της ναὸς ἡ γῆ τοῦ τάφου ἐγίνη,
ὁ θάνατος, ὁ θάνατος, καθημερνὸς τοῦ ἀνθρώπου,
θαῦμα στὸν κόσμο ἐφάνηκεν ἀπίστευτο καὶ νέο.
Θλιμμέν᾽ ἀχνίσαν γιὰ καιροὺς τῶν γυναικῶν τὰ κάλλη,
κ᾽ ἔκλαψ᾽ ὁ ἄντρας κι ἀχαμνὸς σὰν τὴ γυναῖκα ἐφάνη.
Ἴσως τ᾽ ἄγνωστα κόκκαλα τριγύρω της θ᾽ ἁγιάσουν,
ἴσως σκουλήκια δὲ θὰ βγοῦν, κι αὐτή ᾽σως δὲ θὰ λυώσῃ,
ἴσως καὶ μὲς στὸν τάφο της ὄμορφη θἆναι πάντα,
ἴσως καὶ αὔριο (ἀλλαλογῶ;) θὲ νἄβγῃ ἀναστημένη.
Ἀλλὰ γιατὶ τέτοια λαλῶ; Γιατὶ κι ἄν ἔξαφν᾽ ὅλα
στὰ πόδια μου κατέβαιναν τῆς γῆς τὰ μεγαλεῖα,
τὴν εὐτυχιὰ στὰ μάτια της μονάχα θα ζητοῦσα».
   Ξάφνου ἡ Μορφὴ ξεσκέπασε τὸ πρόσωπο κ᾽ ἐφάνη
ἡ ποθητὴ γελούμενη καὶ πολυδοξασμένη.


[Δ. Σολωμοῦ, Τὰ Ἰταλικὰ Ποιήματα, σελ. 64-65, μτφ. Γεωργίου Καλοσγούρου, ἐκδ. Ἐκδοτικὸς Οἶκος Ἐλευθερουδάκης, Ἐν Ἀθήναις, 1921]


Κάθε τὶ στέρεο τῆς ζωῆς σάλευε τότ᾽ ἐμπρός μου

Πηγή ᾽ταν ποὔτρεξε κρυφὰ δίχως κανέναν ἦχο

Ἐχτύπα μέσα μ᾽ ὁ οὐρανὸς μ᾽ ὅσες φωνὲς κι ἄν εἶχε


Ο ΧΡΟΝΟΣ