Μια μέρα δεν θα επιστρέψω. Ο δρόμος πίσω μου θα βουλιάξει, δεν θα υπάρχει δρόμος πίσω, μόνο μπροστά, κι όταν ο δρόμος μπροστά γίνεται πίσω, αμέσως θα βουλιάζει και ο μόνος τρόπος διαφυγής θα είναι μπροστά, κι ό,τι συναντάω θα κρατάει μόνο μια στιγμή, τίποτα δεν θα μπορεί να κρατήσει περισσότερο από μια στιγμή, ένας στρόβιλος από πράγματα που μόλις θα προλαβαίνω να δω, μόνο το ρίγος του καινούργιου, του ξαφνικού, που δεν παλιώνει γιατί δεν έχει τον χρόνο να παλιώσει, γιατί αμέσως το μπροστά γίνεται πίσω, αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, κάτι που είναι αδύνατον να συλλάβω με το μυαλό κι αφήνω το ρίγος, την ταχύτητα, που τίποτα δεν προλαβαίνει να σταθεί περισσότερο, μόνο ο στρόβιλος, που τίποτα δεν είναι ίδιο ή γνώριμο, που όλα μεταβάλλονται κι ο δρόμος πίσω μου βυθίζεται, που όλα ξαναγίνονται από την αρχή και το μόνο που υπάρχει είναι η αρχή, πάντα η αρχή, με το ρίγος της έκπληξης, τη ζάλη του καινούργιου που ποτέ δεν παλιώνει γιατί δεν προλαβαίνει να σταθεί, να σκεφτεί, γιατί έχω το ρίγος, όχι το πίσω, το ρίγος, όλα καινούργια, όλα δυνατά, όλα μπροστά μου, αναπάντεχα, χωρίς δεύτερη σκέψη.
[Γιάννης Μαυριτσάκης, Κωλοδουλειά, σελ. 37-38, εκδ. Μωβ Σκίουρος, Αθήνα, 2015]
γιατί έχω το ρίγος
