Τό μή δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;
(Πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος από το φως που δεν δύει ποτέ;)
(μτφρ. Diels-Kranz)
Ο Ηράκλειτος ονομάζεται «ο Σκοτεινός». Αλλά είναι ο Φωτεινός. Γιατί λέγει το φωτίζον, προσπαθώντας να προσκαλέσει τη λάμψη του μέσα στη γλώσσα του στοχασμού. Το φωτίζον διαρκεί, καθόσον φωτίζει. Ονομάζουμε το φωτίζειν το ξέφωτο. Ό,τι ανήκει σ' αυτό, πώς επισυμβαίνει και πού, απομένει να το διαστοχαστούμε. Η λέξη «φωτεινός» σημαίνει: φεγγοβόλος, αχτιδοβόλος, φωτεινός. Το φωτίζειν χορηγεί το φαίνεσθαι, ελευθερώνει αυτό που φαίνεται και το οδηγεί στην εμφάνιση. Ο ελεύθερος χώρος είναι η περιοχή της εκκάλυψης. Στην περιοχή αυτή κυριαρχεί η αποκάλυψη. Απομένει να εξετάσουμε αυτό που ανήκει αναπόφευκτα σ' αυτήν, και εάν και κατά πόσο η αποκάλυψη και το ξέφωτο συμπίπτουν.
[Martin Heidegger, Λόγος, Μοίρα, Αλήθεια, σελ. 104, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2009]
Η πρόθεσή μας να μελετήσουμε την αντικειμενικά ορθή διδασκαλία του Ηρακλείτου είναι μια επιδίωξη που μας στερεί τη δυνατότητα να εκτεθούμε στον σωτήριο κίνδυνο να εκπλαγούμε από την αλήθεια ενός στοχασμού.
Η πρόθεσή μας να μελετήσουμε την αντικειμενικά ορθή διδασκαλία του Ηρακλείτου είναι μια επιδίωξη που μας στερεί τη δυνατότητα να εκτεθούμε στον σωτήριο κίνδυνο να εκπλαγούμε από την αλήθεια ενός στοχασμού.
σ. 109
Ή μήπως πρέπει να στοχαστούμε την ντροπή, την αἰδώ, με άξονα την παραμονή στην κάλυψη, αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να έρθουμε πλησιέστερα στην ουσία της όπως την βίωσαν οι Έλληνες; Τότε το «ντρέπομαι» θα σήμαινε: «παραμένω διασφαλισμένος και καλυμμένος μέσα στην αναμονή, στην αυτοσυγκράτηση».
σ. 112
Κάθε παραμονή στην κάλυψη εμπεριέχει τον δεσμό με αυτό από το οποίο αποσύρεται το καλυμμένο, και προς το οποίο, σε πολλές περιπτώσεις λόγω του γεγονότος ότι αποσύρεται, τείνει.
σ. 115
Από την ερώτηση που είναι διατυπωμένη ρητορικά προκύπτει ότι αυτό που μιλάει είναι η καταφατική απόφανση: μπροστά σ' αυτό που δεν δύει ποτέ κανείς δεν μπορεί να μείνει καλυμμένος. Αυτό ακούγεται σχεδόν σαν ένα θεώρημα.
σ. 117-118
