Que m'importaient...
Τι μ' ένοιαζε ο θάνατος των άλλων, η αγάπη μιας μάνας, τι μ' ένοιαζε ο Θεός του, η ζωή που διαλέγουμε και τα πεπρωμένα μας, αφού ένα και μοναδικό πεπρωμένο έμελλε να επιλέξει εμένα και μαζί μ' εμένα δισεκατομμύρια προνομιούχους που, όπως κι εκείνος, δήλωναν πως ήταν αδέλφια μου; Καταλάβαινε; Καταλάβαινε επιτέλους; Όλοι οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι. Υπήρχαν μόνο προνομιούχοι. Και τους άλλους θα τους καταδίκαζαν μια μέρα. Κι αυτόν θα τον καταδίκαζαν. Τι σημασία είχε αν, ενώ τον κατηγορούσαν για φόνο, τον εκτελούσαν επειδή δεν είχε κλάψει στην κηδεία της μητέρας του; Ο σκύλος του Σαλαμάνο άξιζε όσο κι η γυναίκα του. Η μικρόσωμη κυρία με τις κινήσεις σαν αυτόματο ήταν το ίδιο ένοχη με την Παριζιάνα που είχε παντρευτεί ο Μασόν ή με τη Μαρί που ήθελε να την παντρευτώ εγώ. Τι σημασία είχε που ο Ρεμόν ήταν φίλος μου όσο και ο Σελέστ, που άξιζε περισσότερο από κείνον; Τι σημασία είχε που η Μαρί έδινε ίσως σήμερα τα χείλη της σ' έναν άλλον Μερσώ; Καταλάβαινε λοιπόν, τούτος ο καταδικασμένος, κι ότι απ' τα βάθη του μέλλοντός μου...
Comprenait-il, comprenait-il donc?
[Αλμπέρ Καμύ, Ο Ξένος, σελ. 129-130, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1998]
