ἵζευ ἅπας ὑπὸ καλὰ δάφνας εὐθαλέα φύλλα,
ὡραίου τ᾽ ἄρυσαι νάματος ἁδὺ πόμα
ὄφρα τοι ἀσθμαίνοντα πόνοις θέρεος φίλα γυῖα
ἀμπαύσῃς πνοιῇ τυπτόμενα Ζεφύρου.
* * *
[νεράκι γλυκὸ ἀπ᾽ τὴν κρύα πηγὴ]
Νὰ ξαπλώσεις στὸν ἴσκιο ποὺ κάνουν
τῆς ὄμορφης δάφνης τὰ εὔρωστα φύλλα
καὶ νεράκι γλυκὸ ἀπ᾽ τὴν κρύα πηγὴ νὰ γεμίσεις·
κι ἐνῶ τὸ κορμὶ θ᾽ ἀναπαύεις
ποὺ ἀπ᾽ τοὺς κόπους ἀσθμαίνει τοῦ θέρους,
τοῦ Ζεφύρου πνοὴ δροσερὴ θὰ σ᾽ ἀγγίζει.
[Ἀνύτη ἡ Τεγεᾶτις, Τὰ Ποιήματα, σελ. 64-65, μτφρ. Τασούλα Καραγεωργίου, ἐκδ. Νίκας, Ἀθήνα, 2024]
