Ο νεκρός κειτόταν όπως κείτονται όλοι οι νεκροί, μ' εκείνο το ιδιαίτερο βάρος του θανάτου, με τα κοκαλωμένα μέλη του βυθισμένα στην επένδυση του φερέτρου, με το κεφάλι του γερμένο για πάντα στο προσκεφάλι, και πρόβαλλε, όπως προβάλλουν πάντα οι νεκροί, το κίτρινο, χλομό σαν το κερί μέτωπό του με τα φαλακρά βαθουλώματα πάνω από τους κροτάφους και τη γρυπή μύτη του που έμοιαζε να πέφτει βαριά στο πάνω χείλος. Ήταν πολύ αλλαγμένος, είχε αδυνατίσει από τότε που είχε να τον δει ο Πιοτρ Ιβάνοβιτς, αλλά, όπως συμβαίνει με όλους τους νεκρούς, το πρόσωπό του ήταν ωραιότερο και, το κυριότερο, το ύφος του έμοιαζε πιο επιβλητικό απ' ό,τι όταν ήταν ζωντανός. Στην όψη του απλωνόταν μια έκφραση που σήμαινε πως ό,τι έπρεπε να γίνει έγινε και ήταν καλώς καμωμένο.
[Λέων Τολστόι, Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, σελ. 13-14, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Ροές, Αθήνα, 2014]
