28-8-2024


Η ικανότητά μου να παρατηρώ, να αναλύω και να συνθέτω, είχε για μεγάλο διάστημα ατονήσει, αρκούμουν στις εντελώς αναγκαίες διεργασίες, είχα χάσει τη δυνατότητα να εποπτεύω τον κόσμο στο σύνολό του, ο ορίζοντάς μου είχε περιοριστεί στα όρια του εαυτού μου. Οι επαναστατικές θεωρίες που άλλοτε ξεδιπλώνονταν στον εγκέφαλό μου σαν ανοιχτά βιβλία που κόβουν την ανάσα είχαν φτάσει σε σημείο κορεσμού. Τίποτα δεν μου φαινόταν αρκετά ενδιαφέρον για να μπω στον κόπο να το εκφράσω. Έδινα σημασία μόνο στον μετεωρισμό μου, αυτή την κατάσταση μεταξύ πετάγματος και πτώσης, παρατηρούσα τις μικρές παλινδρομήσεις, προσπαθούσα να υπολογίσω την πιθανή διάρκεια της αιώρησης καθώς και να προβλέψω τι θα συνέβαινε αν κόβονταν τα νήματα που με συγκρατούσαν. Θεωρούσα ότι τα χρόνια του δημιουργικού μου παροξυσμού ήταν στην πραγματικότητα πεταμένα, αφού όσα είχα εξηγήσει ή επινοήσει δεν μου είχαν προσφέρει τίποτα, δεν είχαν ανοίξει ούτε ένα μικρό παράθυρο στη φυλακή της άγνοιας που βρισκόμουν και από την οποία προσπαθούσα πάντοτε να ξεφύγω. Είχα ακριβώς τις ίδιες απορίες που είχα και στην αρχή, και τώρα με το επιπλέον μειονέκτημα ότι δεν είχα πια την επιθυμία να αποδράσω από τη φυλακή μου γιατί ήξερα ότι αυτή η επιδίωξη ήταν μάταιη. Όχι μόνο δεν είχα ενθουσιασμό για τίποτα, αλλά και θεωρούσα την εκδήλωση κάθε ενθουσιασμού ως ένδειξη αμάθειας, όσο μεγαλύτερο ο ενθουσιασμός τόσο πιο ακραία και εξευτελιστική η αμάθεια. 





[Γιάννης Μαυριτσάκης, Rayman ούρλιαξε, σελ. 24, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2023]

Ο ΧΡΟΝΟΣ