Η καλύβη μου κάθεται πάνω σε μια ερημική κορυφή
όμως το σώμα μου είναι ελεύθερο σαν ένα μετακινούμενο σύννεφο
Ένα χωριό στου ποταμού την όχθη, μια νύχτα φεγγαροφωτισμένη
Περπατώντας μόνος, κτυπάω ελαφρά την εξώπορτά σου
Εδώ, βρισκόμαστε μακριά από τις ασχολίες του κόσμου
Στο κέντρο του δωματίου, ο ατμός από την τσαγιέρα
πυκνός σηκώνεται στην ατμόσφαιρα
Μαζί αφήνουμε το μακρύ ανοιξιάτικο σούρουπο
να ψαλιδίζει το φυτίλι του κεριού
κάτω από το δυτικό παράθυρο.
[Τάιγκου Ριόκαν, Ο ενδεής του όρους Κουγκάμι, σελ. 65, απόδοση: Μάκης Μωραΐτης, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2016]
