ὡς δ᾽ ἐν ὀνείρῳ οὐ δύναται φεύγοντα διώκειν·
οὔτ᾽ ἄρ᾽ ὁ τὸν δύναται ὑποφεύγειν οὔθ᾽ ὁ διώκειν
ὣς ὁ τὸν οὐ δύνατο μάρψαι ποσίν, οὐδ᾽ ὃς ἀλύξαι.
Πῶς μέσα στὸ ὄνειρο αὐτὸς ποὺ κυνηγᾶ δὲν γίνεται
αὐτὸν ποὺ φεύγει νὰ τὸν πιάσει· οὔτε μπορεῖ
νὰ τὸν προφτάσει τὸν κυνηγημένο, μήτε κι αὐτὸς
ὅμως νὰ τοῦ ξεφύγει – παρόμοια τώρα ὁ ἕνας τρέχοντας
δὲν ἔφθανε τὸν ἄλλο, κι ὁ ἄλλος δὲν κατόρθωνε
φεύγοντας νὰ γλιτώσει.
[24+2 ΙΛΙΑΔΙΚΕΣ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ, σελ. 40-41, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, ἐκδ. Ἄγρα, Ἀθήνα, 2012]
