Και τότε οι δυο,
ο Οδυσσέας και ο λαμπρός του γιος, πετάχθηκαν και κουβαλούσαν
αφαλωτές ασπίδες, περικεφαλαίες, κοντάρια μυτερά, ενώ μπροστά τους
η Αθηνά Παλλάδα με το λυχνάρι που κρατούσε φώτιζε ωραία και καλά.
Έκθαμβος τότε ο Τηλέμαχος γύρισε κι είπε στον πατέρα του:
«Πατέρα, θαύμα αληθινό και μέγα βλέπουν τώρα τα μάτια μου:
τοίχοι του παλατιού, ωραίοι μεσότοιχοι, δοκάρια ελάτινα,
στητές ψηλές κολόνες, όλα, σάμπως να φλέγονται, φεγγοβολούν μπροστά μου —
ένας θεός ανάμεσά μας βρίσκεται, κάποιος απ᾽ τους αθάνατους που ζουν
στα πλάτη του ουρανού.»
Ανταποκρίθηκε στον γιο του ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Σώπα και μη ρωτάς, κράτα κρυφή τη σκέψη σου.»
[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 272-273, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006]
