12-12-2023


Και τότε οι δυο,

ο Οδυσσέας και ο λαμπρός του γιος, πετάχθηκαν και κουβαλούσαν

αφαλωτές ασπίδες, περικεφαλαίες, κοντάρια μυτερά, ενώ μπροστά τους

η Αθηνά Παλλάδα με το λυχνάρι που κρατούσε φώτιζε ωραία και καλά.

Έκθαμβος τότε ο Τηλέμαχος γύρισε κι είπε στον πατέρα του:

«Πατέρα, θαύμα αληθινό και μέγα βλέπουν τώρα τα μάτια μου:

τοίχοι του παλατιού, ωραίοι μεσότοιχοι, δοκάρια ελάτινα,

στητές ψηλές κολόνες, όλα, σάμπως να φλέγονται, φεγγοβολούν μπροστά μου —

ένας θεός ανάμεσά μας βρίσκεται, κάποιος απ᾽ τους αθάνατους που ζουν

στα πλάτη του ουρανού.»

Ανταποκρίθηκε στον γιο του ο Οδυσσέας πολύγνωμος:

«Σώπα και μη ρωτάς, κράτα κρυφή τη σκέψη σου.»





[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 272-273, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006]

Ο ΧΡΟΝΟΣ