12-9-2023


XVI



Υπάρχει μια ανθρωπινότητα επάνω τους που εκπλήσσει επειδή, κατ' ουσίαν, δεν έχουν τίποτα το ανθρώπινο. Όμως και εκείνα τα στοιχεία τους που δημιουργούν την εντύπωση της ζωικότητας, είναι τόσο διαφορετικής υφής, απομακρύνονται τόσο πολύ από αυτό που μοιάζει να είναι η καταγωγική εικόνα του ζωώδους, που τα άτομα εν τέλει αυτής της τάξης, ενώ δανείζονται και από τον άνθρωπο και από το ζώο, δεν συγκροτούν ένα ενδιάμεσο είδος που θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται είτε από ζωομορφική ανθρωπινότητα είτε από ανθρωπόμορφη ζωικότητα, αλλά ένα είδος αυτονομημένο και αυτοτελές, το αρχετυπικό παράδειγμα μιας άλλης πραγματικότητας. 


Αυτή η άλλη πραγματικότητα δεν βρίσκεται μακριά. Οι προσπάθειες εντοπισμού της σε μακρινές αποστάσεις θα παραμένουν άκαρπες επειδή ό,τι υπάρχει μέσα σε απόσταση, μεγάλη ή μικρή, δεν συνιστά άλλη πραγματικότητα αλλά μέρος και αναπόσπαστο τμήμα αυτής εδώ. Όσο μακριά και αν φτάσει κανείς θα συναντά τα ίδια θεμελιώδη στοιχεία, τις ίδιες συμπεριφορές, μόνο σε διαφορετικές αναλογίες και συνδυασμούς. Ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα σημεία, αυτά που είναι αδύνατον να προσεγγισθούν, είτε φυσικά είτε νοητικά, επαναλαμβάνονται δομές της ίδιας πραγματικότητας, με τον ίδιο τρόπο που επαναλαμβάνονται ατέρμονα οι αντανακλάσεις ανάμεσα σε δύο κάτοπτρα που το ένα κατοπτρίζει το άλλο. 


Πρώτα κατέκλυσαν την όρασή μου με το χρυσό τους φτέρωμα. Η χρήση της λέξης φτέρωμα γίνεται καταχρηστικά εδώ, αφού δυσκολεύομαι να βρω καλύτερη για ν' αποδώσω την ανάπτυξη της ουσίας τους σε λεπτότατες ίνες που τους προσδίδουν πτητική ικανότητα αλλά και επιβλητικό στολισμό. Το φτέρωμα στην περίπτωσή τους αποτελεί, επιπλέον, την εξωτερίκευση πολλών διαφορετικών δυνάμεων που εκφράζονται μέσω αυτής της εκδίπλωσης, όπως επίσης αποτελεί οπλισμό, μέσο επιβολής και εργαλείο κατάκτησης της στερεωμένης τους ρευστότητας. 


Επιμένω στα χρώματα, γιατί περισσότερο απ' όλα τα στοιχεία επάνω τους είναι αυτά που παγιδεύουν την όραση με τρόπο παραλυτικό και καθηλώνουν τον χρόνο στην πρωταρχική κατάσταση του σπέρματος. Η πρωτοφανής τους ένταση, συνεπικουρούμενη από το φόντο της αβύσσου μέσα στην οποία εμφανίζονται, αυξάνει τους παλμούς της καρδιάς και ενεργοποιεί τους αδένες. Θέλεις ταυτόχρονα να απομακρυνθείς και να αγγίξεις, χωρίς όμως να μπορείς να κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μετά τον εντυπωσιασμό και το θάμπωμα ακολουθεί ο τρόμος επειδή η ακραία τους ομορφιά δεν προοιωνίζεται τίποτα το καλό ή, σωστότερα, τίποτα που να εμπίπτει στην κατηγορία του καλού και του κακού. Ο τρόμος προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι δεν έχουν κάτι να πουν, κανένα νόημα να μεταφέρουν, ρητό ή άρρητο. Βρίσκονται σε μια κατάσταση με την οποία δεν μπορεί να υπάρχει ανταλλαγή ή επικοινωνία· πώς να μιλήσει κανείς με κάτι που δεν είναι νεκρό, όχι επειδή είναι ζωντανό, αλλά επειδή δεν έζησε ώστε να μπορεί να πεθάνει. 


Η όρθια στάση τους δεν οφείλεται σε άκρα στήριξης. Τα μόνα άκρα τους, ως προέκταση περισσότερο νοούμενα, είναι τα φτερά τους ή αυτά που εγώ ονομάζω φτερά. Ούτε, πάλι, η όρθια συγκρότησή τους είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης συνδεσμολογίας των μερών τους –– πρόκειται για μια επιλογή εμφάνισης. Θα μπορούσαν να εμφανίζονται με το κεφάλι κάτω ή στο πλάι, ή στο κέντρο. Ο λόγος που σε μένα εμφανίστηκαν όρθια είναι επειδή εγώ αυτήν την διάταξη θα μπορούσα να διαβάσω. 


Ένα ένα περνούν από μπροστά μου, ξεδιπλώνοντας σταδιακά την αυστηρή τους σαγήνη, γνωρίζοντας ότι ο σκοτεινός μου θάλαμος χρειάζεται χρόνο για να τα απαθανατίσει. Το μαύρο Οπάλιο δίπλα στον μωβ Φθορίτη και τον ροζ Χαλαζία, ο Αζουρίτης με τον Ροδοχρωσίτη, ο Ουβαροβίτης με τον Αχάτη και το Τιρκουάζ, ο Βήρυλλος, ο Γαγάτης και ο Βεζουβιανίτης, πολύτιμα χρώματα εμποτισμένα με όλες τις εκδοχές του χρυσού, από το κίτρινο μέχρι το κόκκινο, το ιώδες και το πράσινο του ήλεκτρου, σε ρευστούς, παλλόμενους σχηματισμούς που εξαναγκάζουν σε επίπονη διαστολή την κόρη. Οπτικοί μαγνήτες, παγωμένοι. Αυτή ακριβώς η μαγνητική ωραιότητά τους είναι που τα κάνει και τόσο επικίνδυνα. Ειδικά τη στιγμή που το βλέμμα σου θα συναντήσει το δικό τους. Το μόνο που μπορεί να θέλει κανείς μετά από αυτήν τη συνάντηση είναι να τους παραδοθεί, γιατί πώς να μη θέλει κανείς να παραδοθεί σ' εκείνο που εμπεριέχει όλες τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που διατυπώθηκαν ποτέ.


Μιλώ όμως ήδη για κεφάλι και βλέμμα, επαναφέροντας έμμεσα το ζήτημα του ζωομορφισμού ή του ανθρωπομορφισμού τους, με κάποιο είδος αθέλητης τεκμηρίωσης μάλιστα, αφού κεφάλι και βλέμμα έχουν μόνο οι άνθρωποι, τα ζώα και τα ενδιάμεσά τους. Είτε, λοιπόν, θα πρόκειται για ανθρωποειδή που μοιάζουν με ζώα, είτε για ζώα που συγγενεύουν με ανθρώπινα όντα. Οι λέξεις κεφάλι και βλέμμα, όμως, χρησιμοποιούνται κατ' ανάγκη, ελλείψει άλλων καταλληλότερων, με τον ίδιο τρόπο που και η λέξη φτέρωμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εξωτερίκευση της απαράμιλλης δύναμής τους και όχι πραγματικά φτερά με σημαία, ράχη και νηματοειδή ελάσματα. 


Το κεφάλι τους βρίσκεται στη θέση που περιμένει κανείς να βρίσκεται ένα κεφάλι, στην κορυφή της κατασκευής τους, εκεί από όπου γίνεται η κατόπτευση και ο περιμετρικός έλεγχος, προσαρτημένο στον ευλύγιστο λαιμό τους, καλυμμένο κι αυτό από το ίδιο φτέρωμα, εν είδει ηλιακού στέμματος. 


Τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους αδυνατώ να τα διακρίνω· μόλις εστιάζω, οι λεπτομέρειες σκορπίζουν. Ο τρόπος τους να υπάρχουν δεν ανέχεται την εισβολή και την οικειοποίηση. Στην πόζα του σώματός τους εκβάλει η αναισθησία στην τέλεια αισθητική της αποτύπωση. 


Πρόκειται για οιωνούς, μορφές που γεννιούνται στις παρυφές του ασύλληπτου σκότους, φύλακες των ορίων που βρίσκονται εκεί για να αποτρέψουν και όχι να προστατέψουν, όπως εύκολα θα μπορούσε να ξεγελαστεί κανείς να πιστέψει. Ποτέ δεν κοιτάζουν, ούτε κι όταν φαίνεται ότι κοιτάζουν, δεν έχουν ανάγκη το κοίταγμα για να δουν, τα μάτια τους δεν βρίσκονται εκεί για να μεταβιβάζουν οπτικές πληροφορίες και να επιτελούν το έργο της όρασης, αλλά για να παροχετεύουν δηλητήρια σε όσους προσπαθούν να διεισδύσουν στο άδυτό τους. Τα πολλών ειδών δηλητήριά τους δρουν αργά και βασανιστικά, καταστρέφουν τους εγκεφαλικούς ιστούς, καίγοντας και κόβοντας μέχρι να μείνει το άδειο, στεγνό κρανίο. 


Έφυγαν με τον τρόπο που ήρθαν, όπως ανοίγει ένα βιβλίο με την πρώτη του σελίδα και κλείνει με την τελευταία, καθρεφτίζοντάς μου για μια στιγμή το μέγεθος της κλίμακας μέσα στην οποία βρίσκομαι αγκιστρωμένος. Ούτε μήνιν ούτε αγάπη έδειξαν. Η σύντομη, όμως, συνάντησή μου μαζί τους ήταν αρκετή για να μου αποκαλύψει κάτι που ενδόμυχα γνώριζα· ότι η ομορφιά είναι το κλειδί που ανοίγει τους κόσμους. Όχι η επιρρεπής και ευάλωτη, ούτε η παγιδευμένη στον εαυτό της, αλλά η θηριώδης και εξωστρεφής, αυτή που προβάλλει αδιάντροπα τη συμμετρία της, που δεν σταματάει να επινοεί τις παραλλαγές της, η απαθής και ασυγκίνητη, η ανυποχώρητη, που επωάζει, όπως το πέτρωμα, με υπομονή τη σκληρότητά της.  Εκεί, σ' αυτήν τη μήτρα συλλαμβάνεται και πολλαπλασιάζεται ο χρόνος, από εκεί εκπηγάζει· όποιος κατέχει αυτήν την μήτρα –– γι' αυτόν ο χρόνος δεν εξαντλείται ποτέ.





[Γιάννης Μαυριτσάκης, ΣΑΚΡΑΜΕΝΤΟ, σελ. 152-157, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2020]



Ο Δίδυμος στριφογυρίζει ανήσυχος στο κρεβάτι. Έχουμε από καιρό αφαιρέσει το παραβάν ανάμεσά μας· μπορώ έτσι να τον παρακολουθώ στη διάρκεια της νύχτας. Έχει γίνει λεπτός και μακρύς, τα πόδια του εξέχουν. Τον αγαπώ τόσο πολύ, που σκέφτομαι καμιά φορά ότι θα προτιμούσα ν' απαλλαγώ από την παρουσία του. 


σ. 151

Ο ΧΡΟΝΟΣ