ΣΩ. Ἕτερον ἄρα ἄνθρωπός ἐστι τοῦ σώματος τοῦ ἑαυτοῦ;
ΑΛ. Ἔκοικεν.
ΣΩ. Τί ποτ᾽ οὖν ὁ ἄνθρωπος;
ΑΛ. Οὐκ ἔχω λέγειν.
ΣΩ. Είναι λοιπόν κάτι άλλο ο άνθρωπος από το σώμα του;
ΑΛ. Έτσι φαίνεται.
ΣΩ. Τι λοιπόν είναι ο άνθρωπος;
ΑΛ. Δεν μπορώ να απαντήσω.
[Πλάτων, Αλκιβιάδης, σελ. 110, 111, μτφρ. Λουκάς Κούσουλας, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2001]
ΣΩ. Ἐννενόηκας οὖν ὅτι τοῦ ἐμβλέποντος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ πρόσωπον ἐμφαίνεται ἐν τῇ τοῦ καταντικρὺ ὄψει ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ, ὃ δὴ καὶ κόρην καλοῦμεν, εἴδωλον ὄν τι τοῦ ἐμβλέποντος;
ΑΛ. Ἀληθῆ λέγεις.
ΣΩ. Ὀφθαλμὸς ἄρα ὀφθαλμὸν θεώμενος, καὶ ἐμβλέπων εἰς τοῦτο ὅπερ βέλτιστον αὐτοῦ καὶ ᾧ ὁρᾷ, οὕτως ἂν αὑτὸν ἴδοι.
ΑΛ. Φαίνεται.
ΣΩ. Παρατήρησες αλήθεια ότι, εκείνου που κοιτάζει βαθιά στο μάτι, παρουσιάζεται το πρόσωπό του στο μάτι αυτό σαν σε καθρέφτη, σ᾽ αυτό ακριβώς που ονομάζουμε κόρη οφθαλμού, όντας κάτι σαν είδωλο εκείνου που κοιτάζει;
ΑΛ. Αλήθεια λέγεις.
ΣΩ. Μάτι άρα όταν κοιτάζει σε μάτι, και βλέπει βαθιά, σ᾽ αυτό που είναι το καλύτερό του σημείο και με το οποίο βλέπει, τότε μόνο θα έβλεπε τον εαυτό του.
ΑΛ. Έτσι φαίνεται.
σ. 122, 123
