τίς δ᾽ οἶδεν, εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν,
τὸ κατθανεῖν δὲ ζῆν;
Ποιός γνωρίζει ἂν τὸ νὰ ζῆ κανεὶς θὰ πεῖ πὼς εἶναι πεθαμένος, καὶ ἂν τὸ νά ᾽χει κάποιος πεθάνει σημαίνει ὅτι ζῆ;¹
[Πλάτωνος, Γοργίας, σελ. 188-189, μτφρ. Παῦλος Καλλιγᾶς, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2020]
1. Οἱ στίχοι αὐτοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸ δράμα τοῦ Εὐριπίδη Πολύειδος, καὶ παραδίδονται ἐπίσης ἀπὸ τὸν Σέξτο 'Εμπειρικό, Πυρρ. Ὑπ. ΙΙΙ 229 ὡς ἀπ. 638 TGF, ἐνῶ παρωδοῦνται ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη στοὺς Βατράχους 1447-8. Ἡ ἴδια ἰδέα ἀπηχεῖται ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο (ἀπ. Β 62 DK), ἀλλὰ φαίνεται ὅτι προέρχεται ἀπὸ παλαιότερες ὀρφικο-πυθαγόρειες δοξασίες.
σ. 317
