Κι ἐγὼ ἀπομακρύνθηκα, νὰ πῶ τὴν προσευχή μου
στοὺς θεούς, γιὰ νὰ μοῦ δείξουν ἴσως κάποιον δρόμο.
Τὰ χέρια μου ἔνιψα σὲ μιὰ πηγή, βρῆκα ἕναν χῶρο
ἀπ᾽ τοὺς ἀνέμους ἥσυχο, κι ὕστερα προσευχόμουν
σ᾽ ὅλους τοῦ Ὀλύμπου τοὺς θεούς, κι ὕπνο γλυκὸ μοῦ δῶσαν.
[Ὁμήρου, ΟΔΥΣΣΕΙΑ, σελ. 65, εἰσαγωγή, ἀνθολόγηση, μετάφραση: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2013]
