15-1-2022


Τετάρτη 30 Αὐγούστου 2000 (Ἀθήνα)

Κουβαλοῦσα στὴν ἀγκαλιά μου ἕναν ἄντρα/παιδί. Ἕνας μεγαλόσωμος ἔφηβος ἦταν μᾶλλον, μὲ τρόπους καὶ «χαρακτῆρα» παιδιοῦ. Τοῦ εἶχα μιὰ περίεργη στοργή, ἔνοιωθα ὅτι πρόκειται γιὰ κάτι ἀλλόκοτο. Ἡ μέση του ξεγυμνώθηκε καὶ τὴν σκέπασα λέγοντάς του κάτι. Τὸ ροῦχο τοῦ γκριζογάλανο, λευκὰ ἐσώρουχα. Ἀκολουθοῦσε ἀπὸ πίσω μιὰ γυναίκα, κάπως σὰν νὰ ἦταν ἡ Ράνια, ἡ φωνή της. Κι ἔπιασε καὶ μιὰ βροχή, ποὺ ἦταν λέει βροχὴ τοῦ σινεμά: ὡς σκηνικό, ἂς ποῦμε μιᾶς ταινίας ποὺ θὰ γυριζόταν ἐκεῖ πέρα.¹²




[Ζυράννα Ζατέλη, Τετράδια ὀνείρων, σελ. 173, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2017]



12. Ὅταν ξύπνησα θεώρησα τὸ ὄνειρο ἀνησυχητικό –– κάτι σὰν προάγγελος, ὃ μὴ γένοιτο, κάποιου θανάτου. Θυμήθηκα ἕνα παρόμοιο ποὺ εἶχα δεῖ μὲ τὸν πατέρα μου πρὶν ἀπὸ ἐννιὰ χρόνια, Σεπτέμβριο τοῦ 1991 στὸ Παρίσι. Βάδιζα λέει μὲ τὸν μπαμπᾶ σὲ μιὰ μεγάλη πλατεία καὶ ξαφνικὰ αὐτὸς ἄφησε τὸ μπαστούνι του νὰ πέσει καταγῆς καὶ ζήτησε νὰ τὸν πάρω ἀγκαλιά μου. Τὸν πῆρα φυσικά. Κι ἔγινε σὰν ἕνα παιδάκι στὸν κόρφο μου, τύλιξε τὰ κουρασμένα χέρια του γύρω ἀπ' τὸν λαιμό μου, κούρνιασε. Δὲ θὰ ξεχάσω τὴν εἰκόνα, τὴν ἀπορία μου: μὰ τί ἔπαθε στὰ καλὰ καθούμενα ὁ μπαμπᾶς; Τὴν ἑπομένη μου τηλεφώνησε ὁ Χρῆστος γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅτι ὁ μπαμπᾶς δὲν εἶναι καλά. Μοῦ κόπηκαν τὰ γόνατα. Πῆρα τὸ ἀεροπλάνο καὶ πῆγα Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖνος στὴν κλίνη του περίμενε βέβαια. Πέθανε μετὰ ἀπὸ τριάντα ὀκτὼ ἡμέρες.

σ. 222


Ο ΧΡΟΝΟΣ