Τρεῖς μέρες ἔγραφα τὸ γράμμα. Καὶ σ᾽ αὐτὲς τὶς τρεῖς μέρες ἄλλο δὲν ἔκανα ἀπὸ τὸ νὰ γράφω αὐτὸ τὸ γράμμα. Οὔτε ἔτρωγα, οὔτε ἔπινα, οὔτε τίποτα. Καὶ ἔλαμπα. Σὰ νἄχα ἀναληφθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ. Μόνο λίγες ὧρες τὴ νύχτα κοιμόμουνα, μὲ μιὰ γλυκειὰ ἐξάντληση, πανευτυχὴς σὰ νὰ μοῦ συνέβαινε κανένα θαῦμα ποὺ τὴν ἄλλη μέρα πάλι μὲ περίμενε τὸ γράμμα. Ἦταν σὰ νὰ ζοῦσα ἕναν πρωτόγνωρο ἔρωτα. Σὰν ὅλα νὰ ὑπῆρχαν, μὰ ὅλα, καὶ δὲν εἶχα παρὰ ν᾽ ἀνοίξω τὰ μάτια μου νὰ τὰ δῶ. Τὴν ἴδια περίπου κατάσταση περνῶ πάντα, ὅταν γράφω.
Ὅταν τὸ τελείωσα ἦταν σὰ νὰ μὴν εἶχα αἷμα, σὰ νἄχαν κοπεῖ τὰ γόνατά μου, πὼς θὰ σωριαστῶ νόμιζα, πὼς δὲν εἶχα τίποτ᾽ ἄλλο νὰ κάνω, ἄδειασα, κι ἴσως νὰ πέθαινα τώρα, ἔτσι ἔνοιωθα.
[Ζυράννα Ζατέλη, Περσινή ἀρραβωνιαστικιά, σελ. 74, ἐκδ. Σιγαρέτα, Ἀθήνα, 1985]
