21-6-2021


Ξαφνικὰ γυρνάω γιατὶ κάποιος ἔχει σπρώξει μαλακὰ τὴν πόρτα πίσω μου. Βλέπω τὸν ἀδελφό μου Χρῆστο ποὺ βάζει μιὰν ἰδέα τὸ κεφάλι του ἀπ᾽ τὸ ἄνοιγμα καὶ ρωτάει μὲ ψιθυριστὴ φωνή: «Μῆλα;... Ζήτησε κανεὶς μῆλα;» Σὰν νὰ ὑπάρχει πλῆθος στὴν κάμαρα καὶ τοὺς ρωτάει ὅλους. Τοῦ νεύω «ναὶ» καὶ μένω ἔκθαμβη, ὅλο αὐτὸ μὲ ἔχει συνεπάρει: τὰ μῆλα ποὺ δὲν φαίνονται μὰ εἶναι ἐδῶ –μύρισε ὁ ἀέρας μῆλα–, οἱ ψυχὲς ποὺ τὰ λαχτάρησαν κι ἔγινε τρόπος νὰ τὰ ζητήσουν –λέω γιὰ τὶς θωριὲς στὸ τζάμι–, τὰ δυὸ ἀδέλφια ποὺ κοιτάζονται κατάπληκτα... Μοιάζει μὲ ἀποκάλυψη, μὲ βάπτισμα ζωῆς. 




[Ζυράννα Ζατέλη, Οἱ μαγικές βέργες τοῦ ἀδελφοῦ μου, σελ. 47, ἐκδ. Καστανιώτη / Μουσεῖο Μπενάκη, Ἀθήνα, 2006]

Ο ΧΡΟΝΟΣ