1-6-2021


Παρασκευὴ 18 Δεκεμβρίου 1998 (Ἀθήνα)

Ὀνειρεύτηκα δυὸ μικρὰ λευκὰ φέρετρα. Τὰ κοιτοῦσα. Φέρετρα παιδιῶν προφανῶς, βαρκοῦλες γιὰ τὸ χῶμα. Μιὰ αἴσθηση γαλήνης, ἠρεμίας, θαρρεῖς γιὰ τοῦτο ἔγραψα στὴν ἐρημιὰ μὲ χάρι...

[Ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ, τὴν φράση αὐτήν, στὴν ἐρημιὰ μὲ χάρι, τὴν ὀνειρεύτηκα πρὶν ἀπὸ δυὸ δεκαετίες σχεδόν. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ξύπνησα ἕνα χάραμα προφέροντάς την μὲ ἀπόλυτη εὐκρίνια – «οὐρά», ὑποθέτω, κάποιου ὀνείρου ποὺ παραδόθηκε ἀμαχητὶ στὴν λήθη. Ἦταν τόση ἡ χαρά μου βέβαια γιὰ τὴν ἴδια τὴν φράση, ποὺ χαλάλι νὰ ξεχαστοῦν τὰ προηγηθέντα. Ἄλλωστε καὶ ἡ λησμονιὰ ἔχει τὸν βιότοπό της ἐντός μας, εἶμαι σίγουρη γι᾽ αὐτὸ.]




[Ζυράννα Ζατέλη, Τετράδια ὀνείρων, σελ. 107, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2017]

Ο ΧΡΟΝΟΣ