ΣΤΗΝ –––– [2]
("To M[arie] L[ouise] S[hew]", 1847 ~ "To ––––", 1848)
ΣΧΕΔΟΝ ΕΧΘΕΣ ὁ συγγραφέας ἐτοῦτος,
ποὺ ἡ νόηση τὸν ἔκανε ἀλαζόνα,
πίστευε στὴν «ἰσχὺ τοῦ λόγου» – ἀρνιόταν
ὅτι γεννιοῦνται σκέψεις μὲς στὸ νοῦ μας
ποὺ ἡ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ τὶς προφέρει.
Μά, λὲς χλευάζοντάς τον ποὺ καυχιόταν,
τώρα δισύλλαβες δύο ξένες λέξεις
ἰταλικές, ποὺ ἀγγελοι ὀνειροπόλοι
νὰ ψιθυρίζουν πρέπει μὲς στὴ δρόσο
τὴ σεληνόφωτη, κρεμάμενη ὅπως
«στὸ λόφο Ἑρμὼν σειρὰ μαργαριτάρια»,
ἀπ᾽ τὶς ἀβύσσους σύραν τῆς καρδιᾶς του,
σὰν σκέψεις ποὺ δὲν σκέφτηκες, μὰ ποὺ εἶναι
ἐκεῖνες ἡ ψυχὴ τῆς κάθε σκέψης,
ὁράματα πιὸ πλούσια, πιὸ θεσπέσια,
ὁράματα ποὺ κι ὁ Ἰσραφήλ ἐκεῖνος,
ὁ ἁρπιστὴς στὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
(«ἡ πιὸ γλυκιὰ φωνὴ ὅλων τῶν πλασμάτων»)
ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προφέρει.
Τα μάγια μου λυθῆκαν κι ἡ γραφίδα
ἀδύναμη μοῦ πέφτει ἀπὸ τὸ χέρι.
Μὲ πρόσταξες νὰ γράψω, μὰ νὰ γράψω
πιὰ δὲν μπορῶ μὲ τ᾽ ὄνομά σου κάτι,
μήτε καὶ νὰ σκεφτῶ καὶ νὰ μιλήσω,
μήτε νὰ νιώσω: ᾽τὶ αἴσθημα δὲν εἶναι
ἀσάλευτος νὰ στέκω μπρὸς στὴ θύρα
ἀπὸ χρυσὸ τῆς χώρας τῶν ὀνείρων
καὶ νὰ κοιτάζω τώρα μαγεμένος
τὴν ἔκπαγλη αὐτὴ θεά καὶ νὰ τρέμω
σὰν βλέπω δεξιὰ κι ἀριστερά μου,
σ᾽ ὅλο τὸν δρόμο, μέσα στὴν ὁμίχλη,
καὶ μέχρι ἐκεῖ ποὺ φτάνω – μ ό ν ο ἐ σ έ ν α.
[Edgar Allan Poe, ΠΟΙΗΜΑΤΑ / ΤΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ, σελ. 51-52, μτφρ. Γιώργος Βαρθαλίτης, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 2015]
