Ἂν καὶ εἰς τὸ σχολεῖον πάντοτε ἦτο ἐκ τῶν πρώτων, οὐχ ἦττον ὅμως τὸ ὄνειρόν του πάντοτε ἦτο πρὸς τὴν Τέχνην, ἔρωτας ἀκατάσχετος.
Ὡς χαρακτὴρ ἦτο ἐπίμων, φαντασιώδης καὶ ὁρμητικός· πρὶν εἰσέλθει εἰς τὴν Τέχνην, ἐσκέπτετο μεγάλα πράγματα.
σ. 13
Θὰ σοῦ διηγηθῶ ἕνα ὄνειρον, ποὺ μοῦ εἶπε μίαν ἡμέραν. Ἐκαθήμεθα εἰς τὸ καφενεῖον τὸ Μεγάλο, ἀπ᾽ ἔξω, εἰς τὴν βρύσιν.
–– Ἐχθὲς εἶδα εἰς τὸν ὕπνον μου σὰν νὰ ἐκαθήμεθα, ἐδῶ, οἱ δυό μας καὶ βλέπω ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανὸν ἕνα στέφανον ἐξ ἀνθέων καὶ μέσα μίαν νέαν ὡραιοτάτην.
Καὶ μοῦ λέγει:
–– Ἠμπορεῖς νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς ποῖα ἦτο ἡ νέα αὐτή;
Ἐγώ, λοιπόν, τοῦ εἶπα κάτι, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἀπάντησιν.
–– Τότε θὰ σοῦ πῶ ἐγώ. Ἦταν ἡ Μοῦσα καὶ ἦλθε καὶ μὲ ἐχαιρέτησε.
Μοῦ ἔγραψε εἰς τὰ Ἀλάτσατα, ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του τόσον καλά, ἡ δὲ μήτηρ μοῦ ἔγραψε ὅτι ὁ Γιαννούλης εἶναι ὅλως διαφορετικός. Ἐργάζεται ὑπὲρ τὸ δέον, μοῦ παραπονεῖται ὅτι ἔχει διαρκῶς πονοκέφαλον καὶ ἔγινε πολὺ μελαγχολικός. Διαρκῶς πηγαίνει εἰς τὸν ἰατρὸν, ἀλλὰ ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτή.
Μὲ ἐρωτᾶ:
–– Θὰ φύγεις;
Τοῦ λέγω:
–– Ναί.
–– Τὸ βράδυ θὰ ἔλθῃς;
–– Τὴν ἰδίαν ὥραν ὁποὺ ἔρχομαι πάντοτε, τοῦ λέγω, καὶ τὸν χαιρετῶ.
Φθάνοντας εἰς Ἀλάτσατα, δὲν παρέρχεται μισὴ ὥρα, ἤμουν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ βλέπω τὸν Γιαννούλην μὲ βήμα ταχὺ νὰ διέρχεται τὸν αὐλόγυρον τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἕνα μανδῦλι ὁποὺ κρατοῦσε εἰς τὸ πρόσωπον καὶ διηθύνετο εἰς τὴν κατοικίαν μας. Τρέχω ὄπισθέν του, ἐκεῖνος εἰσέρχεται εἰς τὸ σπίτι καὶ διευθύνεται εἰς τὸ παράθυρον μὲ ὁρμήν. Ἐκτύπησε μὲ τόσην δύναμιν, μὲ το κεφάλι του ἔσπασε τὰ τζάμια, διὰ να πέσῃ νὰ σκοτωθῇ. Μόλις τὸν ἐπρόφτασα. Ἔπαυσε νὰ ὁμιλῇ, ἔπαυσε να δέχεται τροφήν.
Ἐπίφοβος διὰ τὸν κόσμον δὲν ἦτο, παρὰ μόνον ἐκαιροφυλακτοῦσε νὰ πέσῃ ἀπὸ ὕψος ἢ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ οὐδεμία ὁμιλία.
Ἡ ἀσθένεια ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἄλλην τροπήν· παραμιλούσε μόνος του σιγανὰ καὶ μετὰ μετετρέπετο εἰς γέλωτα. Αὐτὸ διετήρησε ἐπὶ πολύ.
Ἕνα ἑσπέρας ἐκαθήμεθα καὶ ἔπρεπε κάτι νὰ φάγῃ καὶ νὰ κοιμηθῇ, ἀλλ᾽ ἐστάθη ἀδύνατον. Τότε κάπως τὸν ἐπέπληξα. Γυρίζει δὲ καὶ μοῦ λέγει:
–– Δὲν μοῦ λές, πῶς ἐγὼ ἔγινα ἕνα τέτοιο ζῶον;
Μετέβημεν εἰς Τῆνον καὶ ἐκαθήσαμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς τὸ Μοναστῆρι, εἰς τὴν Κατοπολιανήν. Ἤρχισε νὰ εἶναι ἡσυχώτερος, ἔτρωγεν, ἀλλὰ ἡ μανία του ἦτο νὰ περιφέρεται εἰς τὴν ἐξοχήν, εἰς τόπους ρωμαντικούς, ἐπέστρεφε δὲ τὸ ἐσπέρας καὶ τὴν ὥραν τοῦ φαγητοῦ ἦτο πάντοτε εἰς τὸ σπίτι.
Περὶ τὰ 1888 ἔλαβεν ἡ ἀσθένεια μίαν τροπὴν κάπως διαφορετικὴν καὶ κάπως ἐνοχλητικὴν καὶ ὁ πατὴρ ἀποφασίζει νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ φρενοκομεῖον τῆς Κερκύρας.
–– Ἐχθὲς εἶδα εἰς τὸν ὕπνον μου σὰν νὰ ἐκαθήμεθα, ἐδῶ, οἱ δυό μας καὶ βλέπω ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανὸν ἕνα στέφανον ἐξ ἀνθέων καὶ μέσα μίαν νέαν ὡραιοτάτην.
Καὶ μοῦ λέγει:
–– Ἠμπορεῖς νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς ποῖα ἦτο ἡ νέα αὐτή;
Ἐγώ, λοιπόν, τοῦ εἶπα κάτι, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἀπάντησιν.
–– Τότε θὰ σοῦ πῶ ἐγώ. Ἦταν ἡ Μοῦσα καὶ ἦλθε καὶ μὲ ἐχαιρέτησε.
σ. 15
Μοῦ ἔγραψε εἰς τὰ Ἀλάτσατα, ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του τόσον καλά, ἡ δὲ μήτηρ μοῦ ἔγραψε ὅτι ὁ Γιαννούλης εἶναι ὅλως διαφορετικός. Ἐργάζεται ὑπὲρ τὸ δέον, μοῦ παραπονεῖται ὅτι ἔχει διαρκῶς πονοκέφαλον καὶ ἔγινε πολὺ μελαγχολικός. Διαρκῶς πηγαίνει εἰς τὸν ἰατρὸν, ἀλλὰ ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτή.
σ. 16
Μὲ ἐρωτᾶ:
–– Θὰ φύγεις;
Τοῦ λέγω:
–– Ναί.
–– Τὸ βράδυ θὰ ἔλθῃς;
–– Τὴν ἰδίαν ὥραν ὁποὺ ἔρχομαι πάντοτε, τοῦ λέγω, καὶ τὸν χαιρετῶ.
Φθάνοντας εἰς Ἀλάτσατα, δὲν παρέρχεται μισὴ ὥρα, ἤμουν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ βλέπω τὸν Γιαννούλην μὲ βήμα ταχὺ νὰ διέρχεται τὸν αὐλόγυρον τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἕνα μανδῦλι ὁποὺ κρατοῦσε εἰς τὸ πρόσωπον καὶ διηθύνετο εἰς τὴν κατοικίαν μας. Τρέχω ὄπισθέν του, ἐκεῖνος εἰσέρχεται εἰς τὸ σπίτι καὶ διευθύνεται εἰς τὸ παράθυρον μὲ ὁρμήν. Ἐκτύπησε μὲ τόσην δύναμιν, μὲ το κεφάλι του ἔσπασε τὰ τζάμια, διὰ να πέσῃ νὰ σκοτωθῇ. Μόλις τὸν ἐπρόφτασα. Ἔπαυσε νὰ ὁμιλῇ, ἔπαυσε να δέχεται τροφήν.
Ἐπίφοβος διὰ τὸν κόσμον δὲν ἦτο, παρὰ μόνον ἐκαιροφυλακτοῦσε νὰ πέσῃ ἀπὸ ὕψος ἢ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ οὐδεμία ὁμιλία.
Ἡ ἀσθένεια ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἄλλην τροπήν· παραμιλούσε μόνος του σιγανὰ καὶ μετὰ μετετρέπετο εἰς γέλωτα. Αὐτὸ διετήρησε ἐπὶ πολύ.
Ἕνα ἑσπέρας ἐκαθήμεθα καὶ ἔπρεπε κάτι νὰ φάγῃ καὶ νὰ κοιμηθῇ, ἀλλ᾽ ἐστάθη ἀδύνατον. Τότε κάπως τὸν ἐπέπληξα. Γυρίζει δὲ καὶ μοῦ λέγει:
–– Δὲν μοῦ λές, πῶς ἐγὼ ἔγινα ἕνα τέτοιο ζῶον;
σ. 17
Μετέβημεν εἰς Τῆνον καὶ ἐκαθήσαμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς τὸ Μοναστῆρι, εἰς τὴν Κατοπολιανήν. Ἤρχισε νὰ εἶναι ἡσυχώτερος, ἔτρωγεν, ἀλλὰ ἡ μανία του ἦτο νὰ περιφέρεται εἰς τὴν ἐξοχήν, εἰς τόπους ρωμαντικούς, ἐπέστρεφε δὲ τὸ ἐσπέρας καὶ τὴν ὥραν τοῦ φαγητοῦ ἦτο πάντοτε εἰς τὸ σπίτι.
Περὶ τὰ 1888 ἔλαβεν ἡ ἀσθένεια μίαν τροπὴν κάπως διαφορετικὴν καὶ κάπως ἐνοχλητικὴν καὶ ὁ πατὴρ ἀποφασίζει νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸ φρενοκομεῖον τῆς Κερκύρας.
σ. 19
[Στρατῆ Δούκα, Γιαννούλης Χαλεπάς – Νὲα Βιογραφικά (ἀνέκδοτες πληροφορίες τοῦ ἀδελφοῦ του Νικολάου Ι. Χαλεπᾶ), Ἀθήνα, 1952]
