Είναι, βέβαια, γνωστό ότι δεν μιλούσατε, ελάχιστες μάλλον κουβέντες λέγατε και μόνο με συγκεκριμένη αφορμή, μια ερώτηση για παράδειγμα. Μπορεί από επιφύλαξη, την άμυνα που φτιάχνουν οι κακοτυχίες μιας ζωής, μπορεί από τη σοφία που δεν σας έλειψε ποτέ, ωστόσο κρύβατε προσεκτικά το φως της βαθιά μέσα σας, για σας και μόνο, μήπως έσβηνε αν απλωνόταν παραπέρα.
[Ρέα Γαλανάκη, Δυο γυναίκες, δυο θεές – «Αθηνά βοσκοπούλα» ένα γλυπτό του Χαλεπά, σελ. 81-82, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2017]
Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι αν η βαθιά προσωπική σχέση του δημιουργού με το έργο του είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Αν εκεί τελειώνουν όλα. Κι αν όσα έρχονται μετά, η δημόσια λειτουργία ενός έργου δηλαδή, η εμπορική του διάσταση, οι μεσολαβητές, η απόρριψη και ο έπαινος, η δόξα ή η λησμονιά, aν όλα τούτα είναι εντελώς περιττά, περιοριστικά, ακόμη και ενοχλητικά για τη δημιουργία αυτήν καθεαυτή.
Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι αν η βαθιά προσωπική σχέση του δημιουργού με το έργο του είναι η πεμπτουσία της τέχνης. Αν εκεί τελειώνουν όλα. Κι αν όσα έρχονται μετά, η δημόσια λειτουργία ενός έργου δηλαδή, η εμπορική του διάσταση, οι μεσολαβητές, η απόρριψη και ο έπαινος, η δόξα ή η λησμονιά, aν όλα τούτα είναι εντελώς περιττά, περιοριστικά, ακόμη και ενοχλητικά για τη δημιουργία αυτήν καθεαυτή.
σ. 88-89
